83 αποτελέσματα για «宝»

宝毛 たからげ

ουσιαστικό

  1. 01 μονή, μακριά λευκή (ή διαφανής) τρίχα σώματος (λέγεται ότι φέρνει καλή τύχη σύμφωνα με τη λαογραφία)
宝瓶宮 ほうへいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υδροχόος (το ενδέκατο ζώδιο), ο κομιστής του ύδατος, ο υδροφόρος
宝字 ほうじ

ουσιαστικό

  1. 01 κάντζι για το «τακάρα» (αποτυπωμένο στην εμπρόσθια όψη ενός νομίσματος)
宝算 ほうさん

ουσιαστικό

  1. 01 η ηλικία του Αυτοκράτορα
宝亀 ほうき

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Χόκι (1.10.770 - 1.1.781)
宝鑑 ほうかん

ουσιαστικό

  1. 01 εγχειρίδιο, οδηγός, εγκυκλοπαίδεια
  2. 02 πολύτιμος καθρέφτης
宝形造 ほうぎょうづくり

ουσιαστικό

  1. 01 πυραμιδωτή στέγη, πολυγωνική στέγη
宝篋印塔 ほうきょういんとう

ουσιαστικό

  1. 01 παγόδα χοκιόιν, παγόδα που περιέχει τη σούτρα χοκιόιν
宝生如来 ほうしょうにょらい

ουσιαστικό

  1. 01 Ρατνασαμμπάβα
宝冠章 ほうかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Τάγματα του Πολύτιμου Στέμματος, Τάγματα του Ιερού Στέμματος
宝石学 ほうせきがく

ουσιαστικό

  1. 01 γεμολογία
宝号 ほうごう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό όνομα (βούδα ή μποντισάτβα)
宝位 ほうい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό αξίωμα, αυτοκρατορικός θρόνος
宝祚 ほうそ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό αξίωμα, αυτοκρατορικός θρόνος
宝珠の玉 ほうじゅのたま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ιερό πετράδι τσινταμάνι, κόσμημα που εκπληρώνει ευχές
宝尽くし たからづくし

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή θησαυρών, συλλογή τυχερών αντικειμένων
  2. 02 σχέδιο με απεικονίσεις διαφόρων τυχερών αντικειμένων
宝灯 ほうとう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινό λυχνάρι (ή κερί κ.λπ.) που προσφέρεται ως θρησκευτική προσφορά, αναθηματικό φως
宝さかって入る時はさかって出る たからさかっているときはさかってでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 τα παράνομα κέρδη χάνονται τόσο γρήγορα όσο αποκτήθηκαν
宝の山に入りながら手を空しくして帰る たからのやまにいりながらてをむなしくしてかえる

άλλο

  1. 01 χάνω μια καλή ευκαιρία που μου παρουσιάζεται, επιστρέφω με άδεια χέρια παρόλο που βρέθηκα μπροστά σε θησαυρό
宝は湧き物 たからはわきもの

άλλο

  1. 01 όποιος αναζητά τα πλούτη θα τα βρει, η τύχη ευνοεί αυτούς που την επιζητούν