66 αποτελέσματα για «客»
客僧 きゃくそう
ουσιαστικό
- 01 ιερέας που ταξιδεύει στο πλαίσιο της εκπαίδευσής του (περιοδεύων)
客種 きゃくだね
ουσιαστικό
- 01 πελατεία
客家 ハッカ
ουσιαστικό
- 01 Χάκκα, υποομάδα των Κινέζων Χαν που ζουν κυρίως στη νοτιοανατολική Κίνα
客員研究員 きゃくいんけんきゅういん
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης ερευνητής
客止め きゃくどめ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμπληρώνω όλες τις διαθέσιμες θέσεις
客離れ きゃくばなれ
ουσιαστικό
- 01 απώλεια πελατείας, σταδιακή απομάκρυνση των πελατών από ένα προϊόν ή ένα κατάστημα
客室稼働率 きゃくしつかどうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό πληρότητας δωματίων, συντελεστής χρήσης δωματίων
客膳 きゃくぜん
ουσιαστικό
- 01 χαμηλός δίσκος με φαγητό για επισκέπτες
客好き きゃくずき
ουσιαστικό
- 01 φιλοξενία
客観主義者 きゃっかんしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 αντικειμενιστής
客体化 きゃくたいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντικειμενοποίηση
客語 きゃくご
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο
- 02 κατηγόρημα
客いじり きゃくいじり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμμετοχή του κοινού (μέσω διαλόγου, πρόσκλησης στη σκηνή κ.λπ.)
客星 かくせい
ουσιαστικό
- 01 ουράνιο σώμα που εμφανίζεται μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα (π.χ. κομήτης)
客土 きゃくど
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εισαγωγή ξένου επιφανειακού εδάφους στο κτήμα κάποιου για τη βελτίωση της ποιότητας του χώματος, ξένο επιφανειακό χώμα που μεταφέρεται για να αναμειχθεί με το ήδη υπάρχον έδαφος
- 02 μακρινός προορισμός, ξένη χώρα, μακρινός τόπος
客賓 まろうど
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης από μακριά, φιλοξενούμενος
客観的観念論 きゃっかんてきかんねんろん
ουσιαστικό
- 01 αντικειμενικός ιδεαλισμός
客家語 ハッカご
ουσιαστικό
- 01 χακά (γλώσσα)
客年 かくねん
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πέρυσι
客 まれびと
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης από μακρινά μέρη
- 02 πνεύμα που φέρνει χαρά από τους θείους κόσμους