65 αποτελέσματα για «就»
就縛 しゅうばく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θέση σε δεσμά, σύλληψη
就職時 しゅうしょくじ
ουσιαστικό
- 01 χρόνος απασχόλησης
就学児童 しゅうがくじどう
ουσιαστικό
- 01 παιδί σχολικής ηλικίας
就学前教育 しゅうがくぜんきょういく
ουσιαστικό
- 01 προσχολική εκπαίδευση
就職指導 しゅうしょくしどう
ουσιαστικό
- 01 συμβουλευτική σταδιοδρομίας
就学義務 しゅうがくぎむ
ουσιαστικό
- 01 υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο
就労時間 しゅうろうじかん
ουσιαστικό
- 01 εργάσιμος χρόνος
就業人口 しゅうぎょうじんこう
ουσιαστικό
- 01 εργατικό δυναμικό
就学生 しゅうがくせい
ουσιαστικό
- 01 πρώην καθεστώς διαμονής στην Ιαπωνία για αλλοδαπούς σπουδαστές σε σχολές ιαπωνικής γλώσσας και επαγγελματικές σχολές (καταργήθηκε το 2010)
就業機会 しゅうぎょうきかい
ουσιαστικό
- 01 ευκαιρία απασχόλησης
就きましては つきましては
σύνδεσμος
- 01 συναφώς με αυτό, επομένως
就いては ついては
σύνδεσμος
- 01 σε συνδυασμό με αυτό, κατά συνέπεια, επομένως, έτσι, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, υπό αυτό το πρίσμα, σε σχέση με αυτό
就業地 しゅうぎょうち
ουσιαστικό
- 01 τόπος εργασίας
就業日数 しゅうぎょうにっすう
ουσιαστικό
- 01 ημέρες εργασίας
就職広告 しゅうしょくこうこく
ουσιαστικό
- 01 αγγελία εργασίας
就学許可証 しゅうがくきょかしょう
ουσιαστικό
- 01 άδεια σπουδών
就働 しゅうどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απασχόληση, εργασία
就褥 しゅうじょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πηγαίνω για ύπνο, ξαπλώνω
- 02 κατάκλιση
就巣 しゅうそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επώαση, κάθισμα πάνω σε αυγά, φωλεοποίηση
就学前 しゅうがくまえ
ουσιαστικό
- 01 προσχολικός