100 αποτελέσματα για «座»

座員 ざいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος θεατρικού θιάσου
座を外す ざをはずす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποχωρώ από την παρουσία κάποιου, βγαίνω από το δωμάτιο
座乗 ざじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβαίνω σε πολεμικό πλοίο ή αεροσκάφος (αναφορικά με διοικητή ή επίσημο προσκεκλημένο)
座席番号 ざせきばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός θέσης
座り方 すわりかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόποι καθίσματος
座が白ける ざがしらける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ψυχραίνω την ατμόσφαιρα (σε μια συνάντηση, πάρτι κ.λπ.)
座標系 ざひょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα συντεταγμένων
座礼 ざれい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόκλιση από καθιστή θέση
座元 ざもと

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοκτήτης θεάτρου, θεατρικός επιχειρηματίας, παραγωγός
座敷犬 ざしきいぬ

ουσιαστικό

  1. 01 σκύλος που διατηρείται κυρίως σε εσωτερικό χώρο
座布団一枚 ざぶとんいちまい

άλλο, επιφώνημα

  1. 01 αυτό ήταν πετυχημένο!, καλό λογοπαίγνιο!, τι ατάκα!, ένα ζαμπουτόν
座付き ざつき

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος σε θέατρο, συνδεδεμένος με συγκεκριμένο θέατρο
座板 ざいた

ουσιαστικό

  1. 01 κάθισμα (το οριζόντιο τμήμα μιας καρέκλας)
  2. 02 σανίδα δαπέδου
座右の書 ざゆうのしょ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο που φυλάσσει κάποιος δίπλα στο γραφείο του για συχνή αναφορά
座下 ざか

ουσιαστικό

  1. 01 κοντά στο κάθισμα κάποιου, δίπλα σε κάποιον
  2. 02 αξιότιμος, αγαπητός (προσφώνηση προς πρόσωπο υψηλού αξιώματος)
座敷着 ざしきぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδυμα που φορά μια γκέισα σε μια δεξίωση ζασίκι
座屈 ざくつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λυγισμός
座を持つ ざをもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διασκεδάζω τους καλεσμένους, κρατώ μια παρέα σε ευχάριστη διάθεση
座持ち ざもち

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαγωγία καλεσμένων
座右銘 ざゆうめい

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένο ρητό, προσωπικό σύνθημα