120 αποτελέσματα για «建»
建築業 けんちくぎょう
ουσιαστικό
- 01 οικοδομική βιομηχανία, κατασκευαστικός κλάδος, οικοδομικές εργασίες
建国の父 けんこくのちち
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πατέρας του έθνους (ιδρυτής μιας χώρας)
建長 けんちょう
ουσιαστικό
- 01 εποχή Κεντσό (18 Μαρτίου 1249 - 5 Οκτωβρίου 1256)
建設機械 けんせつきかい
ουσιαστικό
- 01 κατασκευαστικά μηχανήματα, εργοταξιακός εξοπλισμός
建築基準法 けんちくきじゅんほう
ουσιαστικό
- 01 Κώδικας Οικοδομικών Προτύπων
建国者 けんこくしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιδρυτής (ενός έθνους)
建築業者 けんちくぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 οικοδόμος, κατασκευαστής
建設者 けんせつしゃ
ουσιαστικό
- 01 αρχιτέκτονας
建具屋 たてぐや
ουσιαστικό
- 01 ξυλουργός, επιπλοποιός
建国記念日 けんこくきねんび
ουσιαστικό
- 01 ημέρα ίδρυσης του κράτους
建設大臣 けんせつだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός κατασκευών
建艦 けんかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ναυπήγηση πολεμικών πλοίων, κατασκευή πολεμικών σκαφών
建久 けんきゅう
ουσιαστικό
- 01 εποχή Κενκιού (11/4/1190-27/4/1199)
建言 けんげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβολή γνώμης (προς ανώτερο, κυβέρνηση, κ.λπ.), πρόταση, εισήγηση, συμβουλή
建武の新政 けんむのしんせい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 Παλινόρθωση Κένμου (1333-1336)
建て込む たてこむ
ρήμα
- 01 πυκνοδομώ, είμαι κατάμεστος από κτίρια
建設資材 けんせつしざい
ουσιαστικό
- 01 υλικά κατασκευής, οικοδομικά υλικά
建設省 けんせつしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργείο κατασκευών
建設地 けんせつち
ουσιαστικό
- 01 εργοτάξιο
建築構造 けんちくこうぞう
ουσιαστικό
- 01 οικοδομική κατασκευή