83 αποτελέσματα για «弾»

弾ずる だんずる

ρήμα

  1. 01 παίζω (έγχορδο μουσικό όργανο)
弾力的 だんりょくてき

επίθετο

  1. 01 ελαστικός, ευέλικτος
弾き鳴らす ひきならす

ρήμα

  1. 01 παίζω ένα έγχορδο όργανο τραβώντας τις χορδές του, χτυπώ τις χορδές
弾丸ツアー だんがんツアー

ουσιαστικό

  1. 01 αστραπιαία περιήγηση, μονοήμερη εκδρομή
弾傷 たまきず

ουσιαστικό

  1. 01 τραύμα από σφαίρα, τραύμα από πυροβολισμό
弾道ミサイル防衛 だんどうミサイルぼうえい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπυραυλική άμυνα βαλλιστικών πυραύλων
弾琴 だんきん

ουσιαστικό

  1. 01 παίξιμο του κότο
弾丸列車 だんがんれっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ γρήγορο τρένο, τρένο υψηλής ταχύτητας
弾丸ライナー だんがんライナー

ουσιαστικό

  1. 01 συρτή και δυνατή μπαλιά, ευθύβολο σουτ, κεραυνός
弾劾裁判所 だんがいさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστήριο παραπομπής (dangai saibansho)
弾片 だんぺん

ουσιαστικό

  1. 01 θραύσμα, κομμάτι οβίδας ή σφαίρας
弾幕シューティング だんまくシューティング

ουσιαστικό

  1. 01 ντανμάκου σούτινγκ (είδος παιχνιδιών βολών με καταιγισμό βλημάτων)
弾正台 だんじょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική εισαγγελική και ανακριτική υπηρεσία (1869-1871)
  2. 02 αυτοκρατορική εισαγγελική και ανακριτική υπηρεσία (υπό το σύστημα ριτσουριό)
弾着点 だんちゃくてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο πρόσκρουσης
弾性体 だんせいたい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικό σώμα
弾性波 だんせいは

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικό κύμα
弾き玉 はじきだま

ουσιαστικό

  1. 01 μπίλιες
弾丸道路 だんがんどうろ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύς, ευθύς, ανοιχτός αυτοκινητόδρομος
弾性率 だんせいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο ελαστικότητας
弾圧政治 だんあつせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 καταπιεστική πολιτική