174 αποτελέσματα για «思»

思い悩む おもいなやむ

ρήμα

  1. 01 ανησυχώ για, προβληματίζομαι για, αγωνιώ για, δεν ξέρω τι να κάνω, είμαι σε αδιέξοδο (ως προς το τι πρέπει να κάνω)
思い入れ おもいいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συναισθηματική προσκόλληση
  2. 02 στάση (έκφραση συναισθήματος), διαλογιστική πόζα (π.χ. ενός ηθοποιού), πόζα για εντυπωσιασμό
思念 しねん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκέψη
思いを馳せる おもいをはせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκέφτομαι, αφιερώνω τη σκέψη μου σε κάποιον ή κάτι, στοχάζομαι βαθιά για κάτι, συλλογίζομαι κάτι που βρίσκεται μακριά, αναπολώ (ιδίως την πατρίδα μου)
思いもよらない おもいもよらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 απρόσμενος, μη αναμενόμενος, αδιανόητος
思いとどまる おもいとどまる

ρήμα

  1. 01 εγκαταλείπω (μια ιδέα ή ένα σχέδιο), παραιτούμαι από, απέχω από, αλλάζω γνώμη
思考回路 しこうかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 τρόποι σκέψης, ειρμός σκέψης
思いがけず おもいがけず

άλλο, επίρρημα

  1. 01 απροσδόκητα, ξαφνικά
  2. 02 εκπληκτικά, παραδόξως
思い出話 おもいでばなし

ουσιαστικό

  1. 01 αναδρομή στο παρελθόν, κουβέντα για αναμνήσεις
思いがする おもいがする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι ότι...
思索 しさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοχασμός, σκέψη, διαλογισμός
思い違い おもいちがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρεξήγηση, εσφαλμένη αντίληψη, παρανόηση, λανθασμένη εντύπωση, λάθος ιδέα
思慮 しりょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνεση, διακριτικότητα, σκέψη, περίσκεψη
思うがまま おもうがまま

άλλο

  1. 01 όπως επιθυμεί κανείς, κατά βούληση, όπως ακριβώς το θέλει κάποιος
思い上がる おもいあがる

ρήμα

  1. 01 παίρνουν τα μυαλά μου αέρα, αλαζονεύομαι
思い残す おもいのこす

ρήμα

  1. 01 μετανιώνω, έχω τύψεις
思慮深い しりょぶかい

επίθετο

  1. 01 προνοητικός, σκεπτικός, διακριτικός
思い上がり おもいあがり

ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονεία, έπαρση, ματαιοδοξία, αυθάδεια
思考力 しこうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα σκέψης
思い続ける おもいつづける

ρήμα

  1. 01 σκέφτομαι συνεχώς, εμμένω με τη σκέψη μου σε κάποιον ή κάτι