192 αποτελέσματα για «情»

情交 じょうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σεξουαλική επαφή, ερωτική σχέση, οικειότητα
情報不足 じょうほうぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη πληροφοριών, ανεπάρκεια δεδομένων
情報統制 じょうほうとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος πληροφοριών
情報端末 じょうほうたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικό πληροφοριών (κυρίως έξυπνο τηλέφωνο, κινητό τηλέφωνο), ψηφιακός βοηθός
情報公開 じょうほうこうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ελευθερία της πληροφόρησης, πρόσβαση στην πληροφορία, δημοσιοποίηση πληροφοριών (π.χ. από την κυβέρνηση)
  2. 02 κοινοποίηση πληροφοριών (ενός οργανισμού ή ενός ατόμου), δημοσιοποίηση
情報開示 じょうほうかいじ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακάλυψη πληροφοριών, κοινοποίηση πληροφοριών
情人 じょうじん

ουσιαστικό

  1. 01 εραστής, σύντροφος, ερωμένη
情報機関 じょうほうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία πληροφοριών
情夫 じょうふ

ουσιαστικό

  1. 01 εραστής
情報量が多い じょうほうりょうがおおい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μεγάλος όγκος πληροφορίας, πληροφοριακός
情報番組 じょうほうばんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεοπτική εκπομπή ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, ενημερωτική εκπομπή, εκπομπή ανακοινώσεων
情け深い なさけぶかい

επίθετο

  1. 01 εύσπλαχνος, συμπονετικός, φιλάνθρωπος, καλόκαρδος
情にほだされる じょうにほだされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπάσχω, επηρεάζομαι από το συναίσθημα, συγκινούμαι
情報分析 じょうほうぶんせき

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση πληροφοριών
情操 じょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητικότητα (καλλιτεχνική, ηθική), (καλό) γούστο, συναίσθημα
情の深い じょうのふかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 καλόκαρδος, συμπονετικός, ελεήμων
情趣 じょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 διάθεση, αίσθημα, καλλιτεχνικό αποτέλεσμα
情実 じょうじつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικά ελατήρια, ιδιωτικές συνθήκες, ευνοιοκρατία, συναισθηματικά κίνητρα
  2. 02 ειλικρίνεια, γνησιότητα
  3. 03 πραγματική κατάσταση πραγμάτων, αδιακόσμητες συνθήκες, η πραγματική κατάσταση
情味 じょうみ

ουσιαστικό

  1. 01 γοητεία, ελκυστικότητα, ανθρωπιά
情報化社会 じょうほうかしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία της πληροφορίας