49 αποτελέσματα για «抱»

抱え手 かかえて

ουσιαστικό

  1. 01 εργοδότης (κυρίως γκεϊσών, ιερόδουλων κ.ά.), αφέντης, κυρία
抱一派 ほういつは

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή Χόιτσου Σακάι, σχολή της ιαπωνικής ζωγραφικής
抱身 だきみ

ουσιαστικό

  1. 01 στήθος (πουλερικά, ειδικά πάπιας)
抱水 ほうすい

ουσιαστικό

  1. 01 ένυδρη ένωση
抱合体 ほうごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 συζεύγνυμι, κλίνω (γραμματική)
抱き籠 だきかご

ουσιαστικό

  1. 01 δακικάγκο, παραδοσιακό μαξιλάρι από μπαμπού σε σχήμα ανθρώπου για αγκαλιά κατά τον ύπνο (γνωστό και ως ολλανδική σύζυγος)
抱く うだく

ρήμα

  1. 01 κρατώ στην αγκαλιά μου (π.χ. ένα μωρό), αγκαλιάζω
抱っこマン だっこマン

ουσιαστικό

  1. 01 μωρό που ζητάει να το παίρνουν αγκαλιά
  1. 01 αγκαλιάζω
  2. 02 αγκαλιάζω
  3. 03 κρατώ στην αγκαλιά μου