Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
抱く
うだく
抱
抱
うだ
く
ρήμα
|
Μετάφραση από
JMdict
Άλλες αναγνώσεις:
いだく
,
だく
01
αρχαϊκό
κρατώ στην αγκαλιά μου (π.χ. ένα μωρό), αγκαλιάζω