51 αποτελέσματα για «担»

担根体 たんこんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ριζόφορος
担い太鼓 にないだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 νιναινταΐκο, τύμπανο που μεταφέρεται σε κοντάρι, το οποίο χρησιμοποιείται σε παραστάσεις μπουγκάκου και γκαγκάκου
担当大臣 たんとうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός
  2. 02 υπουργός Επικρατείας για Ειδικές Αποστολές
担保価値 たんぽかち

ουσιαστικό

  1. 01 αξία εξασφάλισης, αξία εγγύησης
担税力 たんぜいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 φοροδοτική ικανότητα, ικανότητα καταβολής φόρων
担外 たんがい

ουσιαστικό

  1. 01 που δεν είναι υπεύθυνος (π.χ. για μια σχολική τάξη, στην περίπτωση καθηγητών μουσικής, καλλιτεχνικών κ.λπ.)
担体輸送 たんたいゆそう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά διαμέσου φορέα
担当相 たんとうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός επικρατείας αρμόδιος για ειδικά καθήκοντα
担務 たんむ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τα καθήκοντα κάποιου (σε έναν οργανισμό), οι αρμοδιότητες κάποιου, η ανάληψη ευθύνης (για ένα καθήκον)
担送車 たんそうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φορείο με τροχούς
  1. 01 φέρσιμο στους ώμους
  2. 02 μεταφέρω
  3. 03 υψώνω, σηκώνω
  4. 04 φέρω, υπομένω