143 αποτελέσματα για «接»

接触面積 せっしょくめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια επαφής (μιας ηλεκτρικής σύνδεσης)
接近禁止命令 せっきんきんしめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 περιοριστικό διάταγμα
接続口 せつぞくぐち

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση
接骨院 せっこついん

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοπεδικό ιατρείο, κλινική ορθοπεδικού
接着面 せっちゃくめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια συγκόλλησης, επίπεδο σύνδεσης, προσκολλώμενο σώμα
接ぐ はぐ

ρήμα

  1. 01 ενώνω, συνδέω (ύφασμα, ξύλο κ.ά.)
接頭辞 せっとうじ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόθημα
接受 せつじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραλαβή, αποδοχή
接伴 せっぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλοξενώ, ψυχαγωγώ
接続時間 せつぞくじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος σύνδεσης
接待係 せったいがかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος υποδοχής, άτομο υπεύθυνο για την υποδοχή προσκεκλημένων
接種券 せっしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο εμβολιασμού
接骨 せっこつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναταγή οστών
接線 せっせん

ουσιαστικό

  1. 01 εφαπτομένη (γεωμετρία)
接尾辞 せつびじ

ουσιαστικό

  1. 01 επίθημα
接骨木 ニワトコ

ουσιαστικό

  1. 01 νιβαντόκο, κόκκινη σαμπούκος (Sambucus racemosa subsp. sieboldiana), ιαπωνική σαμπούκος
接触恐怖症 せっしょくきょうふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αφεφοβία (φόβος για το άγγιγμα), αφεφοβία, απτεφοβία, απτοφοβία, χειραπτοφοβία
接続助詞 せつぞくじょし

ουσιαστικό

  1. 01 συνδετικό μόριο (παραδείγματα: μπα, κάρα, κέρεδο, νάγκαρα)
接続機器 せつぞくきき

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός προσαρμογής
接触伝染 せっしょくでんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μετάδοση με επαφή, επιμόλυνση