240 αποτελέσματα για «放»

放浪者 ほうろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αλήτης, περιπλανώμενος, άστεγος
放り上げる ほうりあげる

ρήμα

  1. 01 εκσφενδονίζω προς τα πάνω
放射性物質 ほうしゃせいぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργή ουσία
放火魔 ほうかま

ουσιαστικό

  1. 01 πυρομανής
放縦 ほうじゅう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτοϊκανοποίηση, ανευθυνότητα, ασυδοσία, κατάχρηση ελευθερίας
放散 ほうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακτινοβολία, διάχυση
放ったらかし ほったらかし

ουσιαστικό

  1. 01 παραμέληση, εγκατάλειψη στην τύχη του
放ったらかしにする ほったらかしにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αμελώ, αφήνω στην τύχη του
放熱 ほうねつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακτινοβολούμενη θερμότητα, θερμική ακτινοβολία, διάχυση θερμότητας, θερμόλυση
放擲 ほうてき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη, παραίτηση, παύση
放蕩息子 ほうとうむすこ

ουσιαστικό

  1. 01 άσωτος υιός, σπάταλος γιος
放浪癖 ほうろうへき

ουσιαστικό

  1. 01 τάση για περιπλάνηση, νομαδική ζωή, πάθος για ταξίδια
放蕩者 ほうとうもの

ουσιαστικό

  1. 01 ακόλαστος, έκλυτος, αχαλίνωτος, ταραχοποιός
放送事故 ほうそうじこ

ουσιαστικό

  1. 01 ατυχές συμβάν κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής μετάδοσης, λάθος κατά τη ζωντανή εκπομπή
放課 ほうか

ουσιαστικό

  1. 01 σχόλασμα (στο τέλος της ημέρας)
  2. 02 διάλειμμα (στο σχολείο), ανάπαυλα
放校 ほうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποβολή από το σχολείο
放送開始 ほうそうかいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη εκπομπής, έναρξη μετάδοσης, άνοιγμα προγράμματος
放射線治療 ほうしゃせんちりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοθεραπεία
放浪生活 ほうろうせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 ζω ως περιπλανώμενος, διάγω βίο αλήτη
  2. 02 ζω περιπλανώμενη ζωή, διάγω νομαδική ύπαρξη
放射線量 ほうしゃせんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δόση ακτινοβολίας