194 αποτελέσματα για «教»

教練 きょうれん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτική εκπαίδευση, ασκήσεις ακριβείας
教区 きょうく

ουσιαστικό

  1. 01 ενορία
教習所 きょうしゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό ίδρυμα, σχολή
  2. 02 σχολή οδηγών
教化 きょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μόρφωση, διαφώτιση, πολιτισμός, κατήχηση
教化 きょうけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδήγηση, διδασκαλία των ανθρώπων και οδήγησή τους στον Βουδισμό
教皇庁 きょうこうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κουρία (η διοικητική αρχή της Αγίας Έδρας)
教唆 きょうさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκίνηση
  2. 02 παρακίνηση
教育実習 きょういくじっしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτική άσκηση διδασκαλίας
教会堂 きょうかいどう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκλησία, καθεδρικός ναός, παρεκκλήσι
教員室 きょういんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο καθηγητών, δωματίο διδασκόντων
教員免許 きょういんめんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια διδασκαλίας, πιστοποιητικό εκπαιδευτικού
教え導く おしえみちびく

ρήμα

  1. 01 διδάσκω τον δρόμο, καθοδηγώ, εκπαιδεύω, διαφωτίζω
教理 きょうり

ουσιαστικό

  1. 01 δόγμα
教習 きょうしゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπαίδευση, διδασκαλία
教鞭 きょうべん

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης διδασκαλίας, βέργα δασκάλου
教派 きょうは

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτική αίρεση, δόγμα
教え諭す おしえさとす

ρήμα

  1. 01 καθοδηγώ, εξηγώ με σαφήνεια, νουθετώ, κηρύττω
教務 きょうむ

ουσιαστικό

  1. 01 σχολικά θέματα, θρησκευτικά ζητήματα
教育費 きょういくひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα εκπαίδευσης ή σχολικά έξοδα
教鞭をとる きょうべんをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διδάσκω, αναλαμβάνω θέση εκπαιδευτικού