196 αποτελέσματα για «明»

明太子 めんたいこ

ουσιαστικό

  1. 01 αυγά μπακαλιάρου walleye pollack (συνήθως σερβιρισμένα παστά και καρυκευμένα με κόκκινο πιπέρι)
明かり取り あかりとり

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγίτης, παράθυρο οροφής, αεραγωγός
明けましておめでとうございます あけましておめでとうございます

άλλο

  1. 01 Καλή χρονιά
明度 めいど

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινότητα, λαμπρότητα
明文化 めいぶんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρητή διατύπωση, έγγραφη καταγραφή, σαφής αναγραφή, εγγράφως τεκμηρίωση
明晰夢 めいせきむ

ουσιαστικό

  1. 01 συνειδητό όνειρο, όνειρο κατά το οποίο το άτομο που ονειρεύεται έχει επίγνωση ότι βλέπει όνειρο
明敏 めいびん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευφυΐα, διακριτική ικανότητα
明鏡止水 めいきょうしすい

ουσιαστικό

  1. 01 διαυγής και γαλήνιος (σαν γυαλισμένος καθρέφτης και ακίνητο νερό)
明々 あかあか

επίρρημα

  1. 01 φωτεινά, έντονα φωτισμένα
明王 みょうおう

ουσιαστικό

  1. 01 Μιο-ο, βασιλιάς της σοφίας, βιντιαράτζα
明々白々 めいめいはくはく

άλλο, επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πασίδηλος, ολοφάνερος, ολοκάθαρος, προφανής, αναμφισβήτητος, κατάδηλος
明治神宮 めいじじんぐう

ουσιαστικό

  1. 01 ιερό Μεϊτζί
明確化 めいかくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διευκρίνιση, καθορισμός
明晩 みょうばん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αυριανό βράδυ
明暗を分ける めいあんをわける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρίνω το αποτέλεσμα (π.χ. ενός παιχνιδιού)
  2. 02 διαφέρω σημαντικά, παρουσιάζω έντονη αντίθεση
明るみに出す あかるみにだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δημοσιοποιώ, φέρνω στο φως
明々後日 しあさって

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 σε τρεις μέρες, μεθαύριο το άλλο
明和 めいわ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Μέιγουα (2 Ιουνίου 1764 - 16 Νοεμβρίου 1772)
明朗快活 めいろうかいかつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 χαρούμενος και ανοιχτόκαρδος
明け暮れ あけくれ

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 πρωί και βράδυ, καθημερινή ρουτίνα
  2. 02 αναλώνομαι σε κάτι, κάνω κάτι συνέχεια
  3. 03 συνέχεια, πάντα, αδιάκοπα, μέρα νύχτα