67 αποτελέσματα για «止»

止椀 とめわん

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία σούπα που σερβίρεται σε ένα γεύμα καϊσέκι (συχνά σούπα μίσο)
止めどなく とめどなく

επίρρημα

  1. 01 ακατάπαυστα, αδιάκοπα, συνεχώς, ασταμάτητα
止ん事無い やんごとない

επίθετο

  1. 01 ευγενής (καταγωγής), βασιλικός, σεβαστός, εξυψωμένος, αριστοκρατικός, υψηλόβαθμος
止めくぎ とめくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πείρος ασφάλισης, στοπ, καρφί
止音器 しおんき

ουσιαστικό

  1. 01 αποσβεστήρας (στο πιάνο)
止め鋏 とめばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 τελική ψαλιδιά για το κόψιμο του κότσου ενός παλαιστή κατά την τελετή αποχώρησής του
止偏 とめへん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό τομέχεν (το ριζικό «σταματώ» που τοποθετείται στα αριστερά ενός κάντζι)
止瀉剤 ししゃざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδιαρροϊκό φάρμακο
止渇 しかつ

ουσιαστικό

  1. 01 ενυδάτωση ξηρού στόματος ή λαιμού (για την ανακούφιση από τη δίψα)
止血弁 しけつべん

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοστατική βαλβίδα
止まりばめ とまりばめ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεση προσαρμογή, συρταρωτή εφαρμογή, σφιχτή εφαρμογή
止めとき やめとき

επιφώνημα

  1. 01 μην το κάνεις, καλό θα ήταν να μην το κάνεις, παράτα το
止句 とめく

ουσιαστικό

  1. 01 απαγορευμένες λέξεις ή φράσεις (στην ποίηση βάκα και χαϊκάι)
止痢剤 しりざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδιαρροϊκό φάρμακο
止瀉薬 ししゃやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδιαρροϊκό φάρμακο
止む無い やむない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορεί να αποφευχθεί, αναπόφευκτος
止む無し やむなし

άλλο

  1. 01 αναπόφευκτος, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς
止水板 しすいばん

ουσιαστικό

  1. 01 στεγανό φράγμα, αντιπλημμυρική πλάκα, αδιάβροχη σανίδα
止め字 とめじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας κάντζι που χρησιμοποιείται συνήθως στο τέλος κυρίων ονομάτων
止せ よせ

επιφώνημα

  1. 01 σταμάτα, κόψτο, παράτα το, φτάνει πια, άσε τις ανοησίες