359 αποτελέσματα για «正»

正念場 しょうねんば

ουσιαστικό

  1. 01 κρίσιμη στιγμή, αποφασιστική κατάσταση, κρίσιμο σημείο
正当防衛 せいとうぼうえい

ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμη άμυνα
正式名称 せいしきめいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο όνομα, τυπική ονομασία
正直者 しょうじきもの

ουσιαστικό

  1. 01 τίμιος άνθρωπος, άνθρωπος με ακεραιότητα, ειλικρινής άνθρωπος
正方形 せいほうけい N2

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο
正統派 せいとうは

ουσιαστικό

  1. 01 ορθόδοξη σχολή
正規軍 せいきぐん

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός στρατός
正視 せいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω κατάματα, ατενίζω ευθέως
  2. 02 αντιμετωπίζω κατάματα (π.χ. ένα πρόβλημα), αντικρίζω (π.χ. την αλήθεια)
  3. 03 φυσιολογική όραση, εμμετρωπία
正道 せいどう

ουσιαστικό

  1. 01 ορθός δρόμος, δρόμος του καθήκοντος, σωστή πορεία, σωστός δρόμος
正面切って しょうめんきって

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ανοιχτά, κατάμουτρα, άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο
正社員 せいしゃいん

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός υπάλληλος, μόνιμος υπάλληλος, εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης
正面衝突 しょうめんしょうとつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετωπική σύγκρουση
正面突破 しょうめんとっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 διάσπαση της πρώτης γραμμής, κατά μέτωπο επίθεση
正室 せいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμη σύζυγος (ευγενούς) (σε αντιδιαστολή με την παλλακίδα)
  2. 02 αίθουσα υποδοχής επισκεπτών
  3. 03 κληρονόμος, διάδοχος
正宗 まさむね

ουσιαστικό

  1. 01 διάσημο σπαθί, λεπίδα σπαθιού κατασκευασμένη από τον Μασαμούνε
  2. 02 σάκε, ιαπωνικό κρασί από ρύζι, μάρκα σάκε από την περιοχή Νάντα κατά την εποχή Τενπό (1830-1844)
正宗 しょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ορθό δόγμα, ορθόδοξη αίρεση
正確無比 せいかくむひ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασύγκριτη ακρίβεια (απαράμιλλη)
正眼 せいがん

ουσιαστικό

  1. 01 στάση ξίφους με τη μύτη στραμμένη προς τα μάτια του αντιπάλου (στάση στο κέντο)
  2. 02 θερμά, φιλόξενα μάτια
正拳突き せいけんづき

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική ώθησης γροθιάς
正味 しょうみ N2

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρός (ποσό), πραγματικός, πλήρης (π.χ. εργάσιμες ώρες)
  2. 02 καθαρό βάρος
  3. 03 καθαρή τιμή, τιμή κόστους
  4. 04 πραγματικό περιεχόμενο, χρήσιμο μέρος