660 αποτελέσματα για «水»

水の泡 みずのあわ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φυσαλίδα στην επιφάνεια του νερού
  2. 02 μηδενικό αποτέλεσμα, μάταιο κόπος
  3. 03 κάτι εφήμερο
水を向ける みずをむける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσπαθώ να εκμαιεύσω πληροφορίες από κάποιον, ψαρεύω πληροφορίες
  2. 02 προσφέρω νερό σε πνεύματα κατά την επίκλησή τους (ως ιερέισσα)
  3. 03 προσφέρω νερό μπροστά σε έναν τάφο
水没 すいぼつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταβύθιση, υποβρύχια κατάδυση
水晶玉 すいしょうだま

ουσιαστικό

  1. 01 κρυστάλλινη σφαίρα
水源 すいげん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή ποταμού, κεφαλάρι
水臭い みずくさい

επίθετο

  1. 01 απόμακρος, ψυχρός, απότομος, κλειστός
  2. 02 νερουλός, αραιός (για ποτό, καφέ κ.λπ.)
水位 すいい

ουσιαστικό

  1. 01 στάθμη νερού
水鉄砲 みずでっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 νεροπίστολο, πιστόλι νερού
水柱 みずばしら

ουσιαστικό

  1. 01 στήλη νερού
水田 すいでん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ορυζώνας με νερό
水分補給 すいぶんほきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενυδάτωση, επανυδάτωση
  2. 02 ενυδατώνω, επανυδατώνω, υγραίνω
水車 すいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νερόμυλος
  2. 02 υδροστρόβιλος, υδραυλικός στρόβιλος
  3. 03 βίαιη χρήση όπλων
水門 すいもん

ουσιαστικό

  1. 01 υδατοφράκτης, πύλη νερού, αντιπλημμυρική θύρα
水夫 すいふ

ουσιαστικό

  1. 01 ναύτης, θαλασσινός
水銀 すいぎん

ουσιαστικό

  1. 01 υδράργυρος
水量 すいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποσότητα ή όγκος νερού
水深 すいしん

ουσιαστικό

  1. 01 βάθος νερού
水入らず みずいらず

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξύ οικείων, μόνο με στενούς φίλους ή συγγενείς (ιδιωτική συνάντηση οικείων προσώπων)
水圧 すいあつ

ουσιαστικό

  1. 01 υδροστατική πίεση, υδραυλική πίεση
水を打ったよう みずをうったよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 ξαφνικά ήσυχος