108 αποτελέσματα για «注»
注水 ちゅうすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρίψη νερού, πλημμύρα, έκπλυση
注ぎ口 つぎくち
ουσιαστικό
- 01 στόμιο
注目に値する ちゅうもくにあたいする
άλλο, ρήμα
- 01 αξιοσημείωτος, άξιος προσοχής
注す さす N3
ρήμα
- 01 χύνω, προσθέτω (υγρό), σερβίρω (ποτά)
- 02 βάζω (κραγιόν κ.λπ.), εφαρμόζω, χρωματίζω, βάφω
注目株 ちゅうもくかぶ
ουσιαστικό
- 01 ανερχόμενη μετοχή, μετοχή που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον
注意を集中する ちゅういをしゅうちゅうする
άλλο, ρήμα
- 01 συγκεντρώνω την προσοχή μου, απορροφώμαι από κάτι
注意散漫 ちゅういさんまん
ουσιαστικό
- 01 απροσεξία, διάσπαση προσοχής, αφηρημάδα
注目を引く ちゅうもくをひく
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ αίσθηση, τραβώ την προσοχή
注記 ちゅうき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σημείωση, σχολιασμός, επεξηγηματικό σχόλιο
注連 しめ
ουσιαστικό
- 01 σκοινί που χρησιμοποιείται για τον αποκλεισμό ιερών χώρων ή ως φυλακτό κατά του κακού
- 02 αποκλεισμός χώρου, πινακίδα απαγόρευσης εισόδου
注文品 ちゅうもんひん
ουσιαστικό
- 01 παραγγελθέντα προϊόντα
注文取り ちゅうもんとり
ουσιαστικό
- 01 λήψη παραγγελιών, πωλητής
注射液 ちゅうしゃえき
ουσιαστικό
- 01 ενέσιμο διάλυμα, παραεντερικό διάλυμα
注射痕 ちゅうしゃこん
ουσιαστικό
- 01 σημάδι από ένεση (π.χ. από χρήση ναρκωτικών ουσιών)
注釈書 ちゅうしゃくしょ
ουσιαστικό
- 01 σχολιασμένη έκδοση
注意人物 ちゅういじんぶつ
ουσιαστικό
- 01 ύποπτο πρόσωπο (από την αστυνομία κ.λπ.), άτομο υπό επιτήρηση, άτομο που θεωρείται επικίνδυνο, πρόσωπο σε λίστα παρακολούθησης
注解 ちゅうかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ερμηνεία, επεξηγηματικές σημειώσεις, σχολιασμός
注油 ちゅうゆ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λίπανση, λάδωμα
注意書 ちゅういしょ
ουσιαστικό
- 01 οδηγίες, συμβουλευτικό σημείωμα, ειδοποίηση, προειδοποίηση
注する ちゅうする
ρήμα
- 01 σχολιάζω, προσθέτω επεξηγηματικές σημειώσεις
- 02 καταγράφω, σημειώνω