115 αποτελέσματα για «活»

活け造り いけづくり

ουσιαστικό

  1. 01 σασίμι από ζωντανό ψάρι, σερβιρισμένο στο σχήμα του
  2. 02 φρέσκο σασίμι
活字を組む かつじをくむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 στοιχειοθετώ
活版所 かっぱんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφείο (με τη μέθοδο της τυπογραφικής πλάκας)
活栓 かっせん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλβίδα, βρύση, στρόφιγγα
活殺自在 かっさつじざい

ουσιαστικό

  1. 01 η δύναμη της ζωής ή του θανάτου
活歴 かつれき

ουσιαστικό

  1. 01 είδος καμπούκι που βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα
活き締め いきじめ

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίμαξη ζωντανού ψαριού (από το σημείο πάνω από τα βράγχια και στη βάση της ουράς) για τη διατήρηση της φρεσκάδας του
  2. 02 νηστεία ψαριών για αρκετές ημέρες με σκοπό τη διατήρηση της γεύσης και της ποιότητας (καθώς και τη μείωση της θνησιμότητας κατά τη μεταφορά)
  3. 03 θανάτωση ψαριού σε ενυδρείο (αμέσως πριν από το μαγείρεμα), ψάρι που θανατώθηκε σε ενυδρείο
活動者 かつどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ακτιβιστής
活版本 かっぱんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο βιβλίο
活動成果 かつどうせいか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελέσματα δραστηριότητας
活き造り いきづくり

ουσιαστικό

  1. 01 ιικιζούρι (σασίμι παρασκευασμένο από ζωντανό ψάρι, τοποθετημένο στο αρχικό του σχήμα)
活性炭 かっせいたん

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργός άνθρακας
活字印刷 かつじいんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφία, εκτύπωση με κινητά στοιχεία
活字メディア かつじメディア

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπα μέσα
活字体 かつじたい

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπη μορφή (γραφής), έντυπο
  2. 02 γραμματοσειρά
活字媒体 かつじばいたい

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπα μέσα ενημέρωσης
活版屋 かっぱんや

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογράφος με κινητά στοιχεία, τυπογραφείο με κινητά στοιχεία
活字文化 かつじぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμός του έντυπου λόγου, βιβλιοκεντρικός πολιτισμός
活溌溌地 かっぱつはっち

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γεμάτος ζωντάνια (ενέργεια), εύρωστος και με ανεβασμένη διάθεση
活字化 かつじか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτύπωση, δημοσίευση
  2. 02 μετατροπή σε ψηφιακό κείμενο (π.χ. ομιλία, χειρόγραφο)