71 αποτελέσματα για «照»

照葉狂言 てりはきょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 είδος θεάτρου που συνδυάζει στοιχεία από νο, κιογκέν και καμπούκι με χορούς και λαϊκά τραγούδια (θέατρο)
照尺 しょうしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπευτικό πυροβόλου όπλου
照臨 しょうりん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω από ψηλά (από τους ουρανούς), επίσκεψη υψηλόβαθμου προσώπου
照明器 しょうめいき

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός φωτισμού
照映 しょうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πορτρέτο, προσωπογραφία
照射方向 しょうしゃほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κατεύθυνση πηγής φωτός
照り込む てりこむ

ρήμα

  1. 01 φωτίζω εσωτερικό χώρο
  2. 02 πέφτω πάνω σε επιφάνεια
照査 しょうさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος βάσει αναφοράς, αντιπαραβολή, εξακρίβωση
照合機 しょうごうき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή διαλογής, ταξινομητής
照り上がる てりあがる

ρήμα

  1. 01 λάμπω από τον ήλιο μετά από βροχή
照射処理 しょうしゃしょり

ουσιαστικό

  1. 01 φωτισμός
照射法 しょうしゃほう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβόληση
照り雨 てりあめ

ουσιαστικό

  1. 01 βροχή με ήλιο
照度計 しょうどけい

ουσιαστικό

  1. 01 φωτόμετρο, μετρητής φωτισμού
照影 しょうえい

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπογραφία
照射野 しょうしゃや

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο ακτινοβόλησης (ακτίνων Χ)
照会先 しょうかいさき

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος επικοινωνίας (π.χ. για συστάσεις σε μια εργασία)
照会言語 しょうかいげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα ερωτημάτων
照会用端末 しょうかいようたんまつ

ουσιαστικό

  1. 01 τερματικό αναζήτησης πληροφοριών (π.χ. για την επιβεβαίωση πιστωτικής κάρτας)
照合順序 しょうごうじゅんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά ταξινόμησης