178 αποτελέσματα για «独»

独占的 どくせんてき

επίθετο

  1. 01 μονοπωλιακός, αποκλειστικός
独身男性 どくしんだんせい

ουσιαστικό

  1. 01 άγαμος άνδρας, εργένης
独立宣言 どくりつせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 διακήρυξη ανεξαρτησίας
独身女性 どくしんじょせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανύπαντρη γυναίκα, γεροντοκόρη
独眼 どくがん

ουσιαστικό

  1. 01 μονόφθαλμος
独唱 どくしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σόλο φωνητικό, σόλο τραγούδι
独立運動 どくりつうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 κίνημα ανεξαρτησίας
  2. 02 αμοιβαία ανεξάρτητος
独立独歩 どくりつどっぽ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτονομία, προσωπική ανεξαρτησία
独居 どっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοναχική διαβίωση, απομόνωση, μοναχική ζωή
独身生活 どくしんせいかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργένικη ζωή, ζωή άγαμου
独裁国家 どくさいこっか

ουσιαστικό

  1. 01 δικτατορία, απολυταρχία
独裁的 どくさいてき

επίθετο

  1. 01 δικτατορικός
独立心 どくりつしん

ουσιαστικό

  1. 01 ανεξάρτητο πνεύμα
独身男 どくしんおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 άγαμος άνδρας, εργένης
独奏 どくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σόλο (οργανικό), ρεσιτάλ
独断的 どくだんてき

επίθετο

  1. 01 δογματικός, αυθαίρετος
独演会 どくえんかい

ουσιαστικό

  1. 01 διοργάνωση ατομικού ρεσιτάλ ή παράστασης
独裁政権 どくさいせいけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικτατορία
独身寮 どくしんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιτώνας για ανύπαντρους εργαζόμενους
独身貴族 どくしんきぞく

ουσιαστικό

  1. 01 άγαμος που ζει με οικονομική άνεση