106 αποτελέσματα για «甘»

甘味料 かんみりょう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκαντικό (ζάχαρη, μέλι, σακχαρίνη, μαλτόζη κ.λπ.), γλυκαντική ουσία, γλύκανση
甘えっ子 あまえっこ

ουσιαστικό

  1. 01 κακομαθημένο παιδί
甘んずる あまんずる

ρήμα

  1. 01 συμβιβάζομαι, αρκούμαι (στη μοίρα μου), ικανοποιούμαι με τη θέση μου
甘苦 かんく

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκά και πικρά, χαρές και λύπες
甘やかして育てる あまやかしてそだてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανατρέφω με επιείκεια, καλομαθαίνω
甘納豆 あまなっとう

ουσιαστικό

  1. 01 αμανάτο, όσπρια (όπως αζούκι, αγελαδοφάσουλα, κουκιά) σιγοβρασμένα σε σιρόπι ζάχαρης και καλυμμένα με κρυσταλλική ζάχαρη
甘茶 あまちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αμάτσα, ποικιλία της ορτανσίας της πλατύφυλλης
  2. 02 φύλλο γλυκιάς ορτανσίας, τσάι από ορτανσία
甘酸 かんさん

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόπικρος, οι χαρές και οι λύπες της ζωής
甘草 かんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκόριζα
甘い物は別腹 あまいものはべつばら

άλλο

  1. 01 πάντα υπάρχει χώρος για το γλυκό, υπάρχει ξεχωριστό στομάχι για το γλυκό
甘えかかる あまえかかる

ρήμα

  1. 01 βασίζομαι στην καλοσύνη κάποιου
甘藍 かんらん

ουσιαστικό

  1. 01 λάχανο
甘柿 あまがき

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκός λωτός
甘たるい あまたるい

επίθετο

  1. 01 συναισθηματικός, μελοδραματικός, γλυκανάλατος
  2. 02 λιγωτικά γλυκός, ζαχαρώδης
甘粛省 かんしゅくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επαρχία Γκανσού (Κίνα)
甘皮 あまかわ

ουσιαστικό

  1. 01 επονύχιο, επωνύχιο (του νυχιού)
  2. 02 ενδοκάρπιο
甘夏 あまなつ

ουσιαστικό

  1. 01 αμανάτσου (είδος εσπεριδοειδούς Citrus natsudaidai), ιαπωνικό καλοκαιρινό πορτοκάλι, ποικιλία νατσουμικάν με λιγότερο όξινη γεύση
甘鯛 あまだい

ουσιαστικό

  1. 01 πλατυκέφαλο ψάρι, αμαδάι (γένος Branchiostegus), μπλανκίγιο
甘ちゃん あまちゃん

ουσιαστικό

  1. 01 μαλθακός άνθρωπος, άνθρωπος που υποχωρεί εύκολα, αναποφάσιστος χαρακτήρας
甘食 あましょく

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό ψωμάκι