706 αποτελέσματα για «生»

生やす はやす N3

ρήμα

  1. 01 καλλιεργώ, αναπτύσσω
  2. 02 αφήνω να μεγαλώσει (π.χ. αγριόχορτα)
生憎 あいにく

επίθετο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 δυστυχώς, λυπάμαι αλλά...
生る なる N3

ρήμα

  1. 01 καρποφορώ
生真面目 きまじめ N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικά σοβαρός, βαθιά ειλικρινής, πολύ ευσυνείδητος
生贄 いけにえ

ουσιαστικό

  1. 01 θυσία (ζωντανού όντος)
  2. 02 θύμα, αποδιοπομπαίος τράγος
生まれ育つ うまれそだつ

ρήμα

  1. 01 γεννιέμαι και μεγαλώνω (σε κάποιο μέρος)
生息 せいそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβίωση, κατοίκηση
生活費 せいかつひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα διαβίωσης
生い茂る おいしげる

ρήμα

  1. 01 αυξάνομαι πυκνά, καταλαμβάνομαι από πυκνή βλάστηση, ακμάζω, φυτρώνω σε αφθονία
生まれてから うまれてから

άλλο

  1. 01 από τη γέννηση, σε όλη τη διάρκεια της ζωής κάποιου
生き抜く いきぬく

ρήμα

  1. 01 επιζώ, επιβιώνω
生き続ける いきつづける

ρήμα

  1. 01 συνεχίζω να ζω, προχωρώ με τη ζωή μου
  2. 02 παραμένω ζωντανός, εξακολουθώ να ζω, επιβιώνω
生まれながら うまれながら

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 εκ φύσεως, φυσικά, εκ γενετής, έμφυτος
生命体 せいめいたい

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή ζωής
生還 せいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στη ζωή, επιβίωση
  2. 02 άφιξη στην αφετηρία
生まれつき うまれつき N1

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 εκ φύσεως, εκ γενετής, φυσικός, έμφυτος
生半可 なまはんか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακός, μισόκαρδος, αβαθής
生理的 せいりてき

επίθετο

  1. 01 φυσιολογικός
  2. 02 ενστικτώδης, σπλαχνικός
生ける いける

ρήμα, άλλο

  1. 01 τακτοποιώ (λουλούδια), φυτεύω
  2. 02 ζωντανός, έμβιος
生ぬるい なまぬるい

επίθετο

  1. 01 χλιαρός
  2. 02 ημιτελής, ασαφής, αδύναμος
  3. 03 επιεικής, ήπιος, μαλακός