83 αποτελέσματα για «登»

登り棒 のぼりぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αναρριχητικός στύλος
登山帽 とざんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 καπέλο ορειβασίας
登録簿 とうろくぼ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος, ευρετήριο, απογραφή
登校拒否児 とうこうきょひじ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί που αρνείται να φοιτήσει στο σχολείο, μαθητής με σχολική άρνηση
登録商標 とうろくしょうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 καταχωρημένο εμπορικό σήμα
登院 とういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρουσία στη Βουλή, συμμετοχή σε συνεδρίαση του Κοινοβουλίου
  2. 02 φοίτηση σε ακαδημία (τεχνών κ.λπ.), φοίτηση σε ακαδημαϊκό ίδρυμα
登高 とうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναρρίχηση, ανάβαση σε ύψωμα
登記所 とうきしょ

ουσιαστικό

  1. 01 υποθηκοφυλακείο
登山隊 とざんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα ορειβασίας, αποστολή αναρρίχησης
登記簿謄本 とうきぼとうほん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής, επικυρωμένο αντίγραφο βιβλίου εγγραφών
登臨 とうりん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναρρίχηση σε ψηλό σημείο, άνοδος στον θρόνο
登録業者 とうろくぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εγγεγραμμένος επαγγελματίας
登舷礼 とうげんれい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργική παράταξη του πληρώματος ενός πλοίου στο κατάστρωμα
登山電車 とざんでんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινός σιδηρόδρομος
登載 とうさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημοσίευση, καταχώριση (άρθρου), εκτύπωση
  2. 02 εγγραφή, καταγραφή, συμπερίληψη (σε λίστα)
登山計画書 とざんけいかくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο δήλωσης ορειβατικής διαδρομής (που κατατίθεται στην αστυνομία ή σε άλλες αρχές πριν από την έναρξη της πεζοπορίας)
登録税 とうろくぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος εγγραφής
登録車 とうろくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα με μεγαλύτερες διαστάσεις από ελαφρύ μηχανοκίνητο όχημα (υπόκειται σε εγγραφή και φορολογία αυτοκινήτων)
登記事項証明書 とうきじこうしょうめいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό εγγεγραμμένων στοιχείων, έγγραφο που αποδεικνύει τα εγγεγραμμένα στοιχεία
登第 とうだい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχία σε εξετάσεις