とうだい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτυχία σε εξετάσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
登第する
Παρόν (ευγενικό)
登第します
Άρνηση (απλή)
登第しない
Άρνηση (ευγενική)
登第しません
Παρελθόν (απλό)
登第した
Παρελθόν (ευγενικό)
登第しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
登第しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
登第しませんでした
Τε-μορφή
登第して
Δυνητική
登第できる
Προστακτική
登第しろ
Βουλητική
登第しよう
Υποθετική (ば)
登第すれば