53 αποτελέσματα για «盗»

盗人の昼寝 ぬすびとのひるね

άλλο

  1. 01 κάθε πράξη έχει τον λόγο της, ο μεσημεριανός ύπνος του κλέφτη (που λαμβάνεται ώστε να μπορεί να ληστεύει σπίτια τη νύχτα)
盗人猫 ぬすっとねこ

ουσιαστικό

  1. 01 κλέφτρα γάτα
  2. 02 μοιχός, αυτός που διαλύει μια σχέση ή έναν γάμο
盗み足 ぬすみあし

ουσιαστικό

  1. 01 αθόρυβη βάδιση, κρυφά βήματα
盗賊鴎 トウゾクカモメ

ουσιαστικό

  1. 01 ληστόγλαρος (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας των Στερκωραϊδών, συμπεριλαμβανομένων των ιαγιέρων)
  2. 02 μεγαλοληστόγλαρος (Stercorarius pomarinus)
盗品故買 とうひんこばい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορία κλεμμένων αγαθών
盗人上戸 ぬすびとじょうご

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που αγαπά εξίσου το αλκοόλ και τα γλυκά
  2. 02 άτομο που μπορεί να πίνει πολύ αλκοόλ χωρίς να μεθάει
盗難証明書 とうなんしょうめいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 βεβαίωση κλοπής (για ασφαλιστικούς σκοπούς κ.ά.)
盗人を捕らえて見れば我が子なり ぬすびとをとらえてみればわがこなり

άλλο

  1. 01 η ληστεία του πορτοφολιού ενός στοργικού γονέα, ο κλέφτης που πιάνεται αποδεικνύεται ότι είναι το ίδιο του το παιδί
盗人の上前を取る ぬすびとのうわまえをとる

άλλο

  1. 01 κλέβω από κλέφτη, κατακρατώ μέρος της λείας ενός κλέφτη, ανέντιμη πράξη
盗掠 とうりゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλοπή, λεηλασία, διαρπαγή
盗蜜 とうみつ

ουσιαστικό

  1. 01 τρέφομαι με ανθικό νέκταρ χωρίς να συνεισφέρω στην επικονίαση, κλοπή νέκταρος
盗泉 とうせん

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία με δυσοίωνο όνομα, πηγή του κλέφτη (τουσέν)
  1. 01 κλέβω
  2. 02 ληστεύω
  3. 03 υπεξαιρώ, ψιλοκλέβω