57 αποτελέσματα για «盲»

めしい

ουσιαστικό

  1. 01 τύφλωση, τυφλός
盲唖学校 もうあがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολείο για τυφλούς και κωφάλαλους
盲窓 めくらまど

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλό παράθυρο, ψευδοπαράθυρο
盲聾者 もうろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλοκωφός
盲探し めくらさがし

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή αναζήτηση
盲探り めくらさぐり

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλό ψηλάφισμα
盲買い めくらがい

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή αγορά (αγορά αντικειμένου χωρίς προηγούμενη εξέταση)
盲壁 めくらかべ

ουσιαστικό

  1. 01 τοίχος χωρίς παράθυρα
盲目飛行 もうもくひこう

ουσιαστικό

  1. 01 πτήση με όργανα (τυφλή πτήση)
盲暦 めくらごよみ

ουσιαστικό

  1. 01 εικονογραφημένο ημερολόγιο για αναλφάβητους
盲穴 めくらあな

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή οπή
盲いる めしいる

ρήμα

  1. 01 τυφλώνομαι
盲斑 もうはん

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλό σημείο (στον αμφιβληστροειδή)
盲鰻 メクラウナギ

ουσιαστικό

  1. 01 μυξίνη (ειδικότερα το είδος Myxine garmani)
盲鼠 めくらねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλοπόντικας (Spalax leucodon)
盲導鈴 もうどうれい

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικό σήμα καθοδήγησης (για άτομα με προβλήματα όρασης), καμπανάκι καθοδήγησης, συσκευή ακουστικής καθοδήγησης
  1. 01 τυφλός
  2. 02 τυφλός
  3. 03 αδαής