175 αποτελέσματα για «私»
私有財産 しゆうざいさん
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτική περιουσία
私大 しだい
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό πανεπιστήμιο
私信 ししん
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτική επιστολή, προσωπικό γράμμα, προσωπικό μήνυμα
- 02 μυστική αλληλογραφία, εμπιστευτική αναφορά
私立校 しりつこう
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό σχολείο
私学 しがく
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό σχολείο, κολέγιο ή πανεπιστήμιο που δεν χρηματοδοτείται από το δημόσιο
私小説 ししょうせつ
ουσιαστικό
- 01 σισέτσου, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα αφηγημένο σε πρώτο πρόσωπο
私道 しどう
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικός δρόμος, δίοδος
私する わたくしする
ρήμα
- 01 χρησιμοποιώ (δημόσια περιουσία) για προσωπικούς σκοπούς, εκμεταλλεύομαι (π.χ. πολιτική) για ίδιο όφελος, καταχρώμαι (δημόσιο χρήμα), ιδιοποιούμαι, υπεξαιρώ
- 02 ενεργώ εγωιστικά
私等 わしら
αντωνυμία
- 01 εμείς
私立学校 しりつがっこう
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό σχολείο, μη κρατικό σχολείο, ανεξάρτητο σχολείο
私家 しか
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτική κατοικία, προσωπική οικία
私娼 ししょう
ουσιαστικό
- 01 παράνομη ιερόδουλη
私掠船 しりゃくせん
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό πολεμικό πλοίο, κουρσάρικος λέμβος
私淑 ししゅく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θεωρώ κάποιον πρότυπο ή δάσκαλό μου, επηρεάζομαι από το έργο κάποιου, θαυμάζω κάποιον (ως είδωλο)
私服警官 しふくけいかん
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικός με πολιτικά
私設秘書 しせつひしょ
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικός γραμματέας
私憤 しふん
ουσιαστικό
- 01 προσωπική εμπάθεια, προσωπική έχθρα
私宅 したく
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτική κατοικία ή σπίτι
私利 しり
ουσιαστικό
- 01 ιδιοτέλεια, προσωπικό όφελος
私腹 しふく
ουσιαστικό
- 01 προσωπικό κέρδος, ιδιωτική τσέπη