129 αποτελέσματα για «秋»

秋茄子 あきなす

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή μελιτζάνα, μελιτζάνα που συγκομίζεται το φθινόπωρο
秋気 しゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή ατμόσφαιρα, φθινοπωρινός αέρας
秋風が立つ あきかぜがたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πνέει (για τον φθινοπωρινό άνεμο)
  2. 02 ξεθωριάζει ένας έρωτας
秋耕 しゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όργωμα αμέσως μετά τη φθινοπωρινή σοδειά
秋入学 あきにゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 έναρξη του σχολικού έτους από το φθινόπωρο (αντί για την άνοιξη), φθινοπωρινή εγγραφή, φθινοπωρινή φοίτηση
秋沙 あいさ

ουσιαστικό

  1. 01 μεργανσέρας (πάπια του γένους Mergus)
秋官 しゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 Υπουργείο Δικαιοσύνης (Κίνα της δυναστείας Τζόου)
秋深し あきふかし

ουσιαστικό

  1. 01 βαθύ φθινόπωρο (όταν το φθινόπωρο έχει φτάσει στο αποκορύφωμά του)
秋まき あきまき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φθινοπωρινή σπορά
秋雨前線 あきさめぜんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μέτωπο φθινοπωρινής βροχής, μετωπική ζώνη φθινοπωρινών βροχών
秋の暮れ あきのくれ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινό σούρουπο
  2. 02 τέλος του φθινοπώρου
秋葉系 あきばけい

ουσιαστικό

  1. 01 στυλ Ακιχαμπάρα, σπασικλαρίστικος
秋の日は釣瓶落とし あきのひはつるべおとし

άλλο

  1. 01 ο φθινοπωρινός ήλιος δύει γρήγορα σαν κουβάς που πέφτει στο πηγάδι
秋霖 しゅうりん

ουσιαστικό

  1. 01 μακροχρόνιες φθινοπωρινές βροχές, στάσιμο φθινοπωρινό μέτωπο
秋蚕 しゅうさん

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινοί μεταξοσκώληκες
秋暑 しゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή ζέστη (παρατεταμένη ζέστη κατά το φθινόπωρο)
秋寒 あきさむ

ουσιαστικό

  1. 01 φθινοπωρινή ψύχρα, αίσθηση κρύου στον αέρα
秋季皇霊祭 しゅうきこうれいさい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική τελετή προγονολατρείας που τελούνταν παλαιότερα κατά τη φθινοπωρινή ισημερία
秋風落莫 しゅうふうらくばく

ουσιαστικό

  1. 01 απελπισμένος και αβοήθητος, μοναχικός και ερημικός
秋茄子は嫁に食わすな あきなすはよめにくわすな

άλλο

  1. 01 μη δίνεις ακι-νάσου (φθινοπωρινές μελιτζάνες) στη νύφη σου (επειδή είναι πολύ νόστιμες, επειδή μπορεί να την κρυώσουν, ή επειδή η έλλειψη σπόρων μπορεί να μειώσει τη γονιμότητά της)