112 αποτελέσματα για «管»

管理区域 かんりくいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ελεγχόμενης πρόσβασης
管財 かんざい

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση περιουσίας, φύλαξη, εκκαθάριση
管理領域 かんりりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή διαχείρισης, MD
管理員 かんりいん

ουσιαστικό

  1. 01 διαχειριστής (κτιρίου κ.ά.), υπεύθυνος
管轄権 かんかつけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασκώ δικαιοδοσία σε
管理機能 かんりきのう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία διαχείρισης
管見 かんけん

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμένη οπτική, στενή αντίληψη
  2. 02 ταπεινή άποψη
管理ツール かんりツール

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο διαχείρισης
管理組織 かんりそしき

ουσιαστικό

  1. 01 οργανισμός διαχείρισης, διοικητική οργάνωση
管路 かんろ

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγός, σωληνωτή γραμμή
管理情報 かんりじょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορίες διαχείρισης
管区気象台 かんくきしょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακό μετεωρολογικό παρατηρητήριο
管する かんする

ρήμα

  1. 01 διαχειρίζομαι, διοικώ
  2. 02 παίρνω στα σοβαρά, εμπεδώνω
管理対象 かんりたいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαχειριζόμενο αντικείμενο
管理作業 かんりさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία διαχείρισης, λειτουργία διαχείρισης
管理コスト かんりコスト

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος διαχείρισης
管制圏 かんせいけん

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη ελέγχου
管理工学研究所 かんりこうがくけんきゅうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 Κανρί Κογκάκου Κενκιούσο, ΕΠΕ
管理通貨制度 かんりつうかせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ελεγχόμενου νομίσματος
管弦楽器 かんげんがっき

ουσιαστικό

  1. 01 πνευστά και έγχορδα όργανα