138 αποτελέσματα για «素»

素麺 そうめん

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτά λευκά νουντλς από σιτάλευρο
素案 そあん

ουσιαστικό

  1. 01 προσχέδιο, πρόχειρο πλάνο
素知らぬ振り そしらぬふり

άλλο

  1. 01 υποκρισία άγνοιας, προσποίηση ότι δεν αναγνωρίζω κάποιον, προσποίηση αθωότητας
素泊まり すどまり

ουσιαστικό

  1. 01 διανυκτέρευση χωρίς παροχή γευμάτων (σε ξενοδοχείο κ.λπ.), διαμονή με πρωινό όχι και χωρίς γεύματα
素因 そいん

ουσιαστικό

  1. 01 βασικός παράγοντας
  2. 02 προδιάθεση, διάθεση (ιατρικός όρος)
素手で すでで

επίρρημα

  1. 01 με γυμνά χέρια, άοπλος
素浪人 すろうにん

ουσιαστικό

  1. 01 φτωχός ή ταπεινός σαμουράι χωρίς αφέντη
素っ すっ

πρόθημα

  1. 01 πάρα πολύ, ιδιαίτερα, εξαιρετικά
素寒貧 すかんぴん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άφραγκος, πάμφτωχος, εξαθλιωμένος
素人臭い しろうとくさい

επίθετο

  1. 01 ερασιτεχνικός
素封家 そほうか

ουσιαστικό

  1. 01 εύπορο πρόσωπο ή οικογένεια
素人判断 しろうとはんだん

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση μη ειδικού, γνωμάτευση ερασιτέχνη
素うどん すうどん

ουσιαστικό

  1. 01 σκέτα ούντον (χωρίς συνοδευτικά υλικά)
素読 そどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση (ενός κειμένου) μεγαλοφώνως χωρίς προσπάθεια κατανόησης του νοήματος
素志 そし

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιός πόθος, μακροχρόνια επιθυμία
素袷 すあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 φόρεμα φοδραρισμένου κιμονό χωρίς εσώρουχο
素因数分解 そいんすうぶんかい

ουσιαστικό

  1. 01 παραγοντοποίηση σε πρώτους αριθμούς, ανάλυση σε γινόμενο πρώτων παραγόντων
素人芸 しろうとげい

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνική δεξιότητα ή ερμηνεία
素人離れ しろうとばなれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερασιτέχνης που ξεπερνά το επίπεδο επαγγελματία
素人芝居 しろうとしばい

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνική θεατρική παράσταση