79 αποτελέσματα για «縁»

縁起の良い えんぎのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 καλότυχος, ευοίωνος, τυχερός, που προμηνύει καλά πράγματα
縁故採用 えんこさいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσληψη εργαζομένων μέσω προσωπικών γνωριμιών, πρόσληψη μέσω μέσου, νεποτισμός
縁付く えんづく

ρήμα

  1. 01 παντρεύομαι
縁辺 えんぺん

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη, περιφέρεια, συγγενής, σχέσεις, σύνορο
縁につながる えんにつながる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνδέομαι με κάποιον εξ αίματος
縁家 えんか

ουσιαστικό

  1. 01 συγγενική οικογένεια
縁は異なもの えんはいなもの

άλλο

  1. 01 ανεξιχνίαστοι είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι ενώνονται, δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πώς ενώνονται οι άνθρωποι, οι γάμοι γίνονται στον ουρανό
縁付ける えんづける

ρήμα

  1. 01 παντρεύω, δίνω σε γάμο
縁は異なもの味なもの えんはいなものあじなもの

άλλο

  1. 01 ανεξιχνίαστοι και ενδιαφέροντες είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι ενώνονται
縁覚 えんがく

ουσιαστικό

  1. 01 πρατιεκάντα (εκείνος που επιτυγχάνει τη φώτιση χωρίς δάσκαλο)
縁語 えんご

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση συγγενικών λέξεων για την ενίσχυση της έκφρασης (στην κλασική ιαπωνική ποίηση ή πρόζα), σημασιολογικά συγγενικές λέξεις
縁日商人 えんにちしょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 πωλητής σε πανηγύρι
縁由 えんゆ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση, σχέση
  2. 02 προέλευση, αιτία, αφορμή
  3. 03 κίνητρο (π.χ. για μια πράξη)
縁切り寺 えんきりでら

ουσιαστικό

  1. 01 (ιστορικός όρος) ναός στον οποίο μπορούσαν να βρουν καταφύγιο γυναίκες που ζητούσαν να λύσουν τον γάμο τους
縁起直し えんぎなおし

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή της τύχης, προσπάθεια για μεταστροφή της τύχης κάποιου
縁付き えんづき

ουσιαστικό

  1. 01 γάμος
縁故主義 えんこしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ευνοιοκρατία
縁座 えんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύστημα επιβολής ποινής στα μέλη της οικογένειας ενός εγκληματία για το έγκλημα που διέπραξε, ενζά
縁談を調える えんだんをととのえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κανονίζω έναν γάμο, οργανώνω μια προξενιό
縁故疎開 えんこそかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκένωση προς το σπίτι συγγενών στην επαρχία κατά τη διάρκεια του πολέμου