44 αποτελέσματα για «聴»

聴衆を飽きさせない ちょうしゅうをあきさせない

άλλο, επίθετο

  1. 01 κρατώ αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού
聴能訓練士 ちょうのうくんれんし

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτής ακοής
聴光器 ちょうこうき

ουσιαστικό

  1. 01 οπτόφωνο
  1. 01 ακούω
  2. 02 πεισματάρης, ισχυρογνώμων
  3. 03 άτακτος, σκανταλιάρης
  4. 04 προσεκτική έρευνα, σχολαστική εξέταση