116 αποτελέσματα για «良»
良かれ悪しかれ よかれあしかれ
επίρρημα
- 01 είτε για καλό είτε για κακό, καλώς ή κακώς
良港 りょうこう
ουσιαστικό
- 01 καλό λιμάνι, εξαιρετικό λιμάνι
良さそう よさそう
επίθετο
- 01 που φαίνεται καλό, που ακούγεται καλό, με καλή εμφάνιση
良馬 りょうば
ουσιαστικό
- 01 καλό άλογο
良否 りょうひ
ουσιαστικό
- 01 καλός ή κακός
良田 りょうでん
ουσιαστικό
- 01 εύφορος ορυζώνας
良薬は口に苦し りょうやくはくちににがし
άλλο
- 01 η πιο χρήσιμη συμβουλή μπορεί να είναι δύσκολο να ακουστεί, τα καλά φάρμακα έχουν πικρή γεύση
良将 りょうしょう
ουσιαστικό
- 01 σπουδαίος στρατηγός
良きにつけ悪しきにつけ よきにつけあしきにつけ
άλλο
- 01 είτε για καλό είτε για κακό
良種 りょうしゅ
ουσιαστικό
- 01 καλός σπόρος ή ράτσα
良いとこ取り いいとこどり
άλλο, ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εστιάζω μόνο στα καλά ή δυνατά σημεία, αξιοποιώ τα οφέλη (αγνοώντας τα μειονεκτήματα), επιλέγω το καλύτερο από όλα, επιλεκτική συλλογή (π.χ. πληροφοριών)
良人 りょうじん
ουσιαστικό
- 01 σύζυγος
- 02 καλός άνθρωπος
良心の自由 りょうしんのじゆう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ελευθερία συνείδησης
良化 りょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βελτίωση, καλυτέρευση
良師 りょうし
ουσιαστικό
- 01 καλός δάσκαλος
良計 りょうけい
ουσιαστικό
- 01 καλό σχέδιο
良い線行く よいせんいく
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι σε καλό δρόμο, πηγαίνω καλά
良久 りょうきゅう
ουσιαστικό
- 01 για αρκετή ώρα
良友 りょうゆう
ουσιαστικό
- 01 καλός φίλος
良法 りょうほう
ουσιαστικό
- 01 καλή μέθοδος