133 αποτελέσματα για «草»

草枕 くさまくら

ουσιαστικό

  1. 01 διανυκτέρευση κατά τη διάρκεια ταξιδιού
  2. 02 ύπνος πάνω σε γρασίδι στην ύπαιθρο
草鞋を脱ぐ わらじをぬぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ολοκληρώνω το ταξίδι μου
草の葉 くさのは

ουσιαστικό

  1. 01 λεπίδα γρασιδιού
草創期 そうそうき

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό στάδιο, πρώτη φάση, πρώιμη περίοδος, περίοδος πρωτοπορίας, απαρχή, ξεκίνημα
草食男子 そうしょくだんし

ουσιαστικό

  1. 01 άντρας που δεν ακολουθεί την παραδοσιακή αρρενωπότητα, ειδικά στις σχέσεις του με τις γυναίκες και στην καριέρα του, φυτοφάγος άντρας
草履取り ぞうりとり

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης υπεύθυνος για τα υποδήματα
草冠 くさかんむり

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του γρασιδιού (ριζικό 140)
  2. 02 στέμμα γρασιδιού
草創 そうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη, εγκαθίδρυση
草生える くさはえる

ρήμα

  1. 01 γελάω
草堂 そうどう

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρόστυγη καλύβα, κελλί μοναχού, η ταπεινή μου κατοικία
草書体 そうしょたい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιαίτερα επιστολική γραφή (για τη γραφή κινεζικών χαρακτήρων), γραφή των χόρτων (σουσόται)
草薙の剣 くさなぎのつるぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Κουσανάγκι νο Τσουρούγκι (εναλλακτική ονομασία για το Άμα-νο-Μουράκουμο νο Τσουρούγκι, το σπαθί των αυτοκρατορικών ενσήμων), σπαθί που θερίζει το γρασίδι
草木染め くさきぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 βαφή με φυτικές χρωστικές
草屋 そうおく

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρένια καλύβα
草刈鎌 くさかりがま

ουσιαστικό

  1. 01 δρεπάνι για το κούρεμα του χόρτου
草食性 そうしょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 φυτοφάγος, χορτοφάγος
草屋根 くさやね

ουσιαστικό

  1. 01 αχυρένια στέγη, στέγη καλυμμένη με άχυρα
草相撲 くさずもう

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνική πάλη σούμο
草葺き くさぶき

ουσιαστικό

  1. 01 καλυβάδα, αχυροσκεπή, αχυρένια στέγη
草団子 くさだんご

ουσιαστικό

  1. 01 κουσάντανγκο, ζυμαρικό ρυζιού με γεύση αψιθιάς