97 αποτελέσματα για «荒»

荒くれ男 あらくれおとこ

ουσιαστικό

  1. 01 αλήτης, τραμπούκος, νταής, ταραχοποιός
荒立つ あらだつ

ρήμα

  1. 01 αγριεύω (για κύματα, διάθεση κ.λπ.), ταράζομαι
  2. 02 οξύνομαι
荒ぶる神 あらぶるかみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κακόβουλος θεός
荒物屋 あらものや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα ειδών οικιακής χρήσης
荒磯 あらいそ

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρημνη ακτή, ακτή που δέρνεται από ανέμους και κύματα
荒馬 あらうま

ουσιαστικό

  1. 01 ατίθασο άλογο, αδάμαστο άλογο, άγριο άλογο, μπρόνκο
荒仕事 あらしごと

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά εργασία, σκληρή δουλειά
荒壁 あらかべ

ουσιαστικό

  1. 01 τοιχοποιία με τραχιά επίστρωση, ακατέργαστος τοίχος
荒唐 こうとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράλογος, ασυνάρτητος, γελοίος, ηλίθιος, καταγέλαστος, ανόητος, εξωφρενικός
荒原 こうげん

ουσιαστικό

  1. 01 έρημος, ακατοίκητη περιοχή
荒淫 こういん

ουσιαστικό

  1. 01 σεξουαλική ασέλγεια
荒れ寺 あれでら

ουσιαστικό

  1. 01 ρημαγμένος ναός, ερείπια ναού, εγκαταλελειμμένος ναός
荒法師 あらほうし

ουσιαστικό

  1. 01 αγριόμορφος, πολεμιστής μοναχός
荒物 あらもの

ουσιαστικό

  1. 01 οικιακά σκεύη και εργαλεία (π.χ. σκούπες, φαράσια), διάφορα είδη καθημερινής χρήσης
荒城 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ερειπωμένο κάστρο
荒い波 あらいなみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φουρτουνιασμένα κύματα, αγριεμένα κύματα, ταραγμένη θάλασσα
荒漠 こうばく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 έρημος (π.χ. πεδιάδες), κατεστραμμένος
荒蕪地 こうぶち

ουσιαστικό

  1. 01 άγρια γη, ακαλλιέργητη έκταση, ερημιά
荒土 こうど

ουσιαστικό

  1. 01 άγονη γη, στείρο ή άγονο έδαφος
荒布 あらめ

ουσιαστικό

  1. 01 αράμε (είδος φυκιού, Eisenia bicyclis)