あら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγριεύω (για κύματα, διάθεση κ.λπ.), ταράζομαι
  2. 02 οξύνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
荒立つ
Παρόν (ευγενικό)
荒立ちます
Άρνηση (απλή)
荒立たない
Άρνηση (ευγενική)
荒立ちません
Παρελθόν (απλό)
荒立った
Παρελθόν (ευγενικό)
荒立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
荒立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
荒立ちませんでした
Τε-μορφή
荒立って
Δυνητική
荒立てる
Προστακτική
荒立て
Βουλητική
荒立とう
Υποθετική (ば)
荒立てば