150 αποτελέσματα για «補»

補任 ほにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διορισμός σε αξίωμα
補佐的 ほさてき

επίθετο

  1. 01 υποστηρικτικός, βοηθητικός, επικουρικός
補助者 ほじょしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, αρωγός, υποστηρικτής
補助機関 ほじょきかん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητική μηχανή
補色 ほしょく

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικό χρώμα
補綴 ほてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διόρθωση, αναθεώρηση, συμπλήρωση
  2. 02 οδοντική πρόθεση, προσθετική
補助線 ほじょせん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητική γραμμή
補助翼 ほじょよく

ουσιαστικό

  1. 01 πτερύγιο κλίσης
補間 ほかん

ουσιαστικό

  1. 01 παρεμβολή
補助艦艇 ほじょかんてい

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό πλοίο
補助員 ほじょいん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, βοηθητικό προσωπικό
補選 ほせん

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματική εκλογή, αναπληρωματική εκλογή
補助券 ほじょけん

ουσιαστικό

  1. 01 κουπόνι, δελτίο
補筆 ほひつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ρετουσάρισμα, διόρθωση, βελτίωση
補給食 ほきゅうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλήρωμα διατροφής (για αθλήματα), συμπλήρωμα ενέργειας, θρεπτικό συμπλήρωμα
補する ほする

ρήμα

  1. 01 διορίζω, αναθέτω, ορίζω
補助椅子 ほじょいす

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθητικό κάθισμα, υπερυψωμένο κάθισμα, κάθισμα για μωρά
補則 ほそく

ουσιαστικό

  1. 01 συμπληρωματικοί κανόνες
補数 ほすう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπλήρωμα (αριθμού)
補題 ほだい

ουσιαστικό

  1. 01 λήμμα, λήμματα