52 αποτελέσματα για «裸»

裸鰯 はだかいわし

ουσιαστικό

  1. 01 φαναρόψαρο (οποιοδήποτε ψάρι της οικογένειας των Μυκτοφιδών, ειδικότερα το ψάρι Βατάσε, Diaphus watasei)
裸芽 らが

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνός οφθαλμός (φυτού), οφθαλμός που δεν προστατεύεται από λέπια
裸花 らか

ουσιαστικό

  1. 01 άχλαμυδο άνθος, γυμνό άνθος
裸子植物門 らししょくぶつもん

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνόσπερμα, συνομοταξία που περιλαμβάνει τα κωνοφόρα
裸鰓類 らさいるい

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνοβράγχια
裸本 はだかぼん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο χωρίς το αρχικό κάλυμμα ή τη θήκη του
裸足で逃げる はだしでにげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταντροπιάζω (κάποιον ειδικό), αποδεικνύομαι κατώτερος (κάποιου), φεύγω τρέχοντας ξυπόλητος
裸足で逃げ出す はだしでにげだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταισχύνομαι (για ειδικό), υστερώ (έναντι κάποιου), τρέπομαι σε φυγή ξυπόλητος
裸地 らち

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνό έδαφος, αποψιλωμένη γη, άγονη περιοχή, νεκρή γη
裸耳 らじ

ουσιαστικό

  1. 01 ακοή χωρίς βοηθήματα
裸用船 はだかようせん

ουσιαστικό

  1. 01 ναύλωση γυμνού σκάφους (bareboat charter)
  1. 01 γυμνός
  2. 02 γυμνός
  3. 03 ακάλυπτος, εκτεθειμένος
  4. 04 μερικώς ενδεδυμένος, ημίγυμνος