43 αποτελέσματα για «責»

責め詰る せめなじる

ρήμα

  1. 01 ανακρίνω αυστηρά, εξετάζω ενδελεχώς
責任転換 せきにんてんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατόπιση της ευθύνης (για κάτι) σε (κάποιον), μετάθεση ευθυνών
責
  1. 01 κατηγορώ
  2. 02 καταδικάζω
  3. 03 επιπλήττω