91 αποτελέσματα για «買»

買春 ばいしゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγορά σεξ, πληρωμή ιερόδουλης
買い受ける かいうける

ρήμα

  1. 01 αγοράζω
買い支え かいささえ

ουσιαστικό

  1. 01 υποστήριξη αγοράς
買い物上手 かいものじょうず

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ικανός στο έξυπνο και συνετό εμπόριο, συνετός αγοραστής, διορατικός αγοραστής, έξυπνος καταναλωτής
買い主 かいぬし

ουσιαστικό

  1. 01 αγοραστής, πελάτης
買い切る かいきる

ρήμα

  1. 01 αγοράζω τα πάντα, εξαντλώ το απόθεμα
  2. 02 ενοικιάζω αποκλειστικά, κάνω κράτηση, ναυλώνω
買い控え かいびかえ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρατημένη αγοραστική δραστηριότητα
買い込み かいこみ

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά, προμήθεια, απόθεμα
買い物好き かいものずき

ουσιαστικό

  1. 01 μανιώδης αγοραστής, εμμονική αγοραστική συμπεριφορά, εθισμός στις αγορές
買い上げ かいあげ

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά, προμήθεια
買収工作 ばいしゅうこうさく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο δωροδοκίας, ελιγμός εξαγοράς
買いたて かいたて

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκαίνουργιος
買収計画 ばいしゅうけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο αγοράς, σχέδιο εξαγοράς
買い切り かいきり

ουσιαστικό

  1. 01 εξαγορά όλης της διαθέσιμης ποσότητας, κράτηση όλων των θέσεων ή δωματίων
  2. 02 αγορά χωρίς δικαίωμα επιστροφής
  3. 03 πάγια αμοιβή, εφάπαξ πληρωμή
買い得 かいどく

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιρία, καλή αγορά
買物袋 かいものぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντα για τα ψώνια
買い時 かいどき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλη στιγμή για αγορά, ευκαιρία για αγορά
買い物依存症 かいものいぞんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχαναγκαστική διαταραχή αγορών, εθισμός στις αγορές
買い持ち かいもち

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτή θέση αγοράς (long position), υπεραγορασμένη θέση
買い手市場 かいてしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά αγοραστών