118 αποτελέσματα για «車»

車線変更 しゃせんへんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή λωρίδας, αλλάζω λωρίδα
車井戸 くるまいど

ουσιαστικό

  1. 01 πηγάδι εξοπλισμένο με τροχαλία για την άντληση νερού
車幅 しゃはば

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος οχήματος
車重 しゃじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος οχήματος, βάρος αυτοκινήτου
車の両輪 くるまのりょうりん

άλλο

  1. 01 τα δύο μισά ενός συνόλου, οι δύο τροχοί πάνω στους οποίους κυλά τα πάντα
車裂き くるまざき

ουσιαστικό

  1. 01 διαμελισμός κάποιου δένοντας τα πόδια του σε δύο άμαξες που κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις (μορφή μεσαιωνικής τιμωρίας)
車間 しゃかん

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση μεταξύ δύο οχημάτων
車海老 くるまえび

ουσιαστικό

  1. 01 κουρουμαεμπί (είδος γαρίδας, επιστημονική ονομασία: Marsupenaeus japonicus), ιαπωνική γαρίδα τίγρης
車検証 しゃけんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό τεχνικού ελέγχου οχήματος, αυτοκόλλητο τεχνικού ελέγχου οχήματος
車社会 くるましゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία του αυτοκινήτου, μηχανοκίνητη κοινωνία
車両基地 しゃりょうきち

ουσιαστικό

  1. 01 αμαξοστάσιο, σιδηροδρομικός σταθμός διαλογής
車力 しゃりき

ουσιαστικό

  1. 01 αμαξάς, καραγωγέας
車庫入れ しゃこいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στάθμευση οχήματος σε γκαράζ
車引き くるまひき

ουσιαστικό

  1. 01 αμαξάς, χειριστής χειράμαξας
車賃 くるまちん

ουσιαστικό

  1. 01 κόμιστρο μεταφοράς, έξοδα μεταφοράς
車輪止め しゃりんどめ

ουσιαστικό

  1. 01 τάκος τροχού, σφήνα ακινητοποίησης, αναστολέας τροχού, διαχωριστικό στάθμευσης
車を転がす くるまをころがす

άλλο, ρήμα

  1. 01 οδηγώ αυτοκίνητο
車輪の再発明 しゃりんのさいはつめい

άλλο

  1. 01 εφεύρεση του τροχού εκ νέου
車軸を流す しゃじくをながす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βρέχει καταρρακτωδώς, ρίχνει καρεκλοπόδαρα
車名 しゃめい

ουσιαστικό

  1. 01 μοντέλο αυτοκινήτου
  2. 02 μάρκα αυτοκινήτου, κατασκευαστής αυτοκινήτου