47 αποτελέσματα για «辛»

辛酸甘苦 しんさんかんく

ουσιαστικό

  1. 01 οι πίκρες και οι χαρές της ζωής, η δοκιμασία των γλυκών και των πικρών στιγμών της ζωής, η εμπειρία των δυσκολιών και των απολαύσεων του κόσμου (έχοντας ζήσει πολλά στη ζωή)
辛さ つらさ

ουσιαστικό

  1. 01 πόνος, πικρία
辛く つらく

επίρρημα

  1. 01 σκληρά, πικρά, βάναυσα, άσχημα
辛酸をなめる しんさんをなめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι πολλές κακουχίες, γεύομαι τις πικρίες της ζωής
辛味餅 からみもち

ουσιαστικό

  1. 01 καραμιμότσι, γλυκό από ρύζι μοτσί καλυμμένο με τριμμένο ραπάνι νταϊκόν, σάλτσα σόγιας κ.ά.
辛ラーメン シンラーメン

ουσιαστικό

  1. 01 Σιν Ραμιούν (κορεατική μάρκα στιγμιαίων ζυμαρικών)
  1. 01 πικάντικος
  2. 02 πικρός
  3. 03 καυτερός
  4. 04 καυστικός