154 αποτελέσματα για «配»
配水管 はいすいかん
ουσιαστικό
- 01 αγωγός (σωλήνας), σωλήνας αποχέτευσης
配球 はいきゅう
ουσιαστικό
- 01 συνδυασμός (ποικίλων) ριψέων, σερβίς, κ.λπ.
配膳室 はいぜんしつ
ουσιαστικό
- 01 χώρος προετοιμασίας και διανομής φαγητού (χαιζένσιτσου)
配剤 はいざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρασκευή φαρμάκου, διανομή φαρμάκων
- 02 θεία πρόνοια, συνδυασμός, τακτοποίηση, συναρμολόγηση
配食 はいしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διανομή φαγητού (σε ηλικιωμένους), υπηρεσία κατ' οίκον διανομής γευμάτων
配属将校 はいぞくしょうこう
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτικός αξιωματικός αποσπασμένος σε σχολείο
配達料 はいたつりょう
ουσιαστικό
- 01 κόστος διανομής
配管工事 はいかんこうじ
ουσιαστικό
- 01 τοποθέτηση σωληνώσεων, υδραυλικές εργασίες
配水 はいすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υδροδότηση, παροχή νερού
配牌 はいパイ
ουσιαστικό
- 01 αρχικά πλακίδια, αρχικό χέρι, μοιρασμένα πλακίδια
配線工事 はいせんこうじ
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρολογική εγκατάσταση, καλωδίωση
配本 はいほん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διανομή βιβλίων
配合率 はいごうりつ
ουσιαστικό
- 01 αναλογία μείγματος, ποσοστό συνδυασμού
配線図 はいせんず
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο καλωδίωσης
配荷 はいか
ουσιαστικό
- 01 διανομή (π.χ. προϊόντων σε κατάστημα λιανικής)
配架 はいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξινόμηση (βιβλίων σε βιβλιοθήκη)
配転 はいてん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εσωτερική μετακίνηση προσωπικού, εναλλαγή θέσεων εργασίας
配送料 はいそうりょう
ουσιαστικό
- 01 κόστος μεταφοράς, χρέωση παράδοσης
配偶子 はいぐうし
ουσιαστικό
- 01 γαμέτης
配信停止 はいしんていし
ουσιαστικό
- 01 διακοπή συνδρομής (π.χ. λίστα αλληλογραφίας), παύση διανομής