103 αποτελέσματα για «離»

離人症 りじんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποπροσωποποίηση
離合集散 りごうしゅうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση και αποχωρισμός, συμμαχία και ρήξη (π.χ. μεταβαλλόμενες συμμαχίες πολιτικών κομμάτων)
離魂病 りこんびょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπνοβασία
  2. 02 αυτοσκοπία
離乳 りにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογαλακτισμός
離床 りしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέρχομαι από το κρεβάτι, εγκαταλείπω την κλίνη του ασθενούς
離席中 りせきちゅう

άλλο

  1. 01 αυτή τη στιγμή μακριά από τη θέση μου (πληκτρολόγιο κ.λπ.), AFK
離断 りだん

ουσιαστικό

  1. 01 ανατομή, αποσύνδεση, διαίρεση
離岸流 りがんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιο ρεύμα που κατευθύνεται από την ακτή προς την ανοιχτή θάλασσα
離籍 りせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγραφή ονόματος από το οικογενειακό μητρώο
離昇 りしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογείωση (αεροσκάφους), εκτόξευση (διαστημοπλοίου, πυραύλου), άντωση (ελικοπτέρου)
離間策 りかんさく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο πρόκλησης διχόνοιας (π.χ. μεταξύ κρατών), μέτρο αποξένωσης
離山 りざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομονωμένο βουνό, αποχώρηση από ναό
離農 りのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη της γεωργίας για άλλη επαγγελματική απασχόληση
離隔 りかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομόνωση, διαχωρισμός
離郷 りきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση από την ιδιαίτερη πατρίδα
離京 りきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση από την πρωτεύουσα
離村 りそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη του χωριού, αποχώρηση από το χωριό
離乳期 りにゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος απογαλακτισμού
離婚劇 りこんげき

ουσιαστικό

  1. 01 προβληματικό διαζύγιο, επεισοδιακό διαζύγιο
離塁 りるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση από τη βάση