103 αποτελέσματα για «難»
難事業 なんじぎょう
ουσιαστικό
- 01 ανηφορικό έργο, δύσκολο εγχείρημα (πρότζεκτ)
難問題 なんもんだい
ουσιαστικό
- 01 δύσκολο πρόβλημα ή ερώτημα
難関大学 なんかんだいがく
ουσιαστικό
- 01 πανεπιστήμιο με αυστηρά κριτήρια εισαγωγής, επίλεκτο πανεπιστήμιο
難路 なんろ
ουσιαστικό
- 01 δύσβατο ή απότομο μονοπάτι
難曲 なんきょく
ουσιαστικό
- 01 δύσκολο μουσικό κομμάτι
難船 なんせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ναυάγιο
難易 なんい
ουσιαστικό
- 01 σχετική δυσκολία
難行苦行 なんぎょうくぎょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ασκητική, κακουχία
難じる なんじる
ρήμα
- 01 ασκώ κριτική, επισημαίνω ελαττώματα, κακολογώ
難関校 なんかんこう
ουσιαστικό
- 01 σχολείο με υψηλές απαιτήσεις εισαγωγής, επίλεκτο σχολείο, σχολείο με αυστηρά κριτήρια επιλογής
難治 なんじ
ουσιαστικό
- 01 δυσίατος, αθεράπευτος (για ασθένειες)
- 02 αντάρτικος, στασιαστικός, ανυπάκουος, πεισματάρης
難読 なんどく
άλλο
- 01 δύσκολος στην ανάγνωση (για κάντζι, ονόματα κ.λπ.), που διαθέτει δυσανάγνωστα κάντζι
難ずる なんずる
ρήμα
- 01 ασκώ κριτική, επισημαίνω ελαττώματα, κακολογώ
難関大 なんかんだい
ουσιαστικό
- 01 πανεπιστήμιο με υψηλές απαιτήσεις εισαγωγής, πανεπιστήμιο με αυστηρά κριτήρια επιλογής, ελίτ πανεπιστήμιο
難燃性 なんねんせい
ουσιαστικό
- 01 επιβράδυνση φλόγας, αντοχή στη φλόγα, ακαυστότητα
難場 なんば
ουσιαστικό
- 01 δύσκολη θέση, δυσχερής κατάσταση
難役 なんやく
ουσιαστικό
- 01 δύσκολος ρόλος
難義 なんぎ
ουσιαστικό
- 01 δυσερμηνεία, δυσνόητη λέξη
難に遭う なんにあう
άλλο, ρήμα
- 01 συμφορά με βρίσκει
難行道 なんぎょうどう
ουσιαστικό
- 01 δύσκολη οδός, προσπάθεια για φώτιση μέσω των προσωπικών πνευματικών ασκήσεων (σε αντίθεση με την προσκόλληση στη δύναμη του Αμιντά)