85 αποτελέσματα για «霊»
霊前 れいぜん
ουσιαστικό
- 01 μπροστά από το πνεύμα του θανόντος
霊石 れいせき
ουσιαστικό
- 01 θαυματουργή πέτρα, μαγικός βράχος
霊魂不滅 れいこんふめつ
ουσιαστικό
- 01 αθανασία της ψυχής
霊泉 れいせん
ουσιαστικό
- 01 θαυματουργή πηγή
霊水 れいすい
ουσιαστικό
- 01 θαυματουργό νερό
霊肉 れいにく
ουσιαστικό
- 01 σώμα και ψυχή
霊と肉 れいとにく
άλλο
- 01 σάρκα και πνεύμα
霊夢 れいむ
ουσιαστικό
- 01 προφητικό όνειρο, αποκάλυψη, όραμα
霊長目 れいちょうもく
ουσιαστικό
- 01 πρωτεύοντα (τάξη θηλαστικών)
霊柩 れいきゅう
ουσιαστικό
- 01 φέρετρο, νεκροφόρο κιβώτιο
霊殿 れいでん
ουσιαστικό
- 01 ιερό, μαυσωλείο
霊祭 れいさい
ουσιαστικό
- 01 τελετή προς τιμήν των πνευμάτων των προγόνων (ειδικότερα κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ ομπόν)
霊屋 たまや
ουσιαστικό
- 01 μαυσωλείο, (προσωρινός) τόπος ανάπαυσης μιας σορού
霊位 れいい
ουσιαστικό
- 01 επιτύμβια πλάκα (μνημειακή πλακέτα για τον θανόντα)
霊知 れいち
ουσιαστικό
- 01 μυστική σοφία
霊異 れいい
ουσιαστικό
- 01 θαύμα, θαυμαστό γεγονός, περίεργο συμβάν
霊芝 れいし
ουσιαστικό
- 01 γανόδερμα (επιστημονική ονομασία: Ganoderma lucidum), μανιτάρι ρεισί
霊長類学 れいちょうるいがく
ουσιαστικό
- 01 πρωτευοντολογία
霊肉一致 れいにくいっち
ουσιαστικό
- 01 ενότητα σώματος και πνεύματος
霊示 れいじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκάλυψη (από τον Θεό, πνεύματα κ.λπ.)