120 αποτελέσματα για «静»
静脈内 じょうみゃくない
ουσιαστικό
- 01 ενδοφλέβιος, ενδαγγειακός
静脈血 じょうみゃくけつ
ουσιαστικό
- 01 φλεβικό αίμα
静態保存 せいたいほぞん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στατική διατήρηση, συντήρηση μηχανημάτων ή οχημάτων για λόγους έκθεσης (δηλαδή δεν είναι πλέον λειτουργικά)
静脈炎 じょうみゃくえん
ουσιαστικό
- 01 φλεβίτιδα
静態 せいたい
ουσιαστικό
- 01 στατικός, ακίνητος
静力学 せいりきがく
ουσιαστικό
- 01 στατική
静電 せいでん
ουσιαστικό, άλλο
- 01 στατικός ηλεκτρισμός
- 02 ηλεκτροστατικός
静岡大学 しずおかだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Σιζουόκα
静的変数 せいてきへんすう
ουσιαστικό
- 01 στατική μεταβλητή
静索 せいさく
ουσιαστικό
- 01 σταθερά εξαρτία, σταθερό συρματόσχοινο, στατική γραμμή
静岡茶 しずおかちゃ
ουσιαστικό
- 01 σιζουόκα-τσα, εκλεκτό ιαπωνικό πράσινο τσάι που καλλιεργείται στον νομό Σιζουόκα
静置 せいち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακίνητος
- 02 αφήνω να ηρεμήσει, αφήνω σε ηρεμία (π.χ. για να πήξει το γιαούρτι, για να γίνει ζύμωση κ.λπ.)
静心 しずごころ
ουσιαστικό
- 01 ήρεμο πνεύμα, γαλήνια ιδιοσυγκρασία
静電容量 せいでんようりょう
ουσιαστικό
- 01 χωρητικότητα, ηλεκτροστατική χωρητικότητα
静脈洞 じょうみゃくどう
ουσιαστικό
- 01 φλεβώδης κόλπος
- 02 φλεβώδης κόλπος
静水圧 せいすいあつ
ουσιαστικό
- 01 υδροστατική πίεση
静止摩擦 せいしまさつ
ουσιαστικό
- 01 στατική τριβή
静定 せいてい
άλλο
- 01 στατικά ορισμένος
静電誘導 せいでんゆうどう
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτροστατική επαγωγή
静寂主義 せいじゃくしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 ησυχασμός