229 αποτελέσματα για «音»
音律 おんりつ
ουσιαστικό
- 01 μέτρο, ρυθμός, μουσικό κούρδισμα
音頭をとる おんどをとる
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω την πρωτοβουλία (μιας ομάδας ανθρώπων), ηγούμαι (ενός πρόποσης, ζητωκραυγής κ.λπ.)
- 02 τραγουδώ τις πρώτες νότες ενός τραγουδιού ώστε να ακολουθήσουν οι υπόλοιποι
音ゲー おとゲー
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι ρυθμού, μουσικό παιχνίδι
音調 おんちょう
ουσιαστικό
- 01 τονικότητα, ύφος, επιτονισμός, μελωδία, ρυθμός, αρμονία
音楽活動 おんがくかつどう
ουσιαστικό
- 01 μουσικές δραστηριότητες
音感 おんかん
ουσιαστικό
- 01 μουσικό αυτί, αίσθηση του τόνου
音漏れ おともれ
ουσιαστικό
- 01 διαρροή ήχου (από ακουστικά κ.λπ.), ηχητική διαρροή
音節 おんせつ
ουσιαστικό
- 01 συλλαβή
音声認識 おんせいにんしき
ουσιαστικό
- 01 αναγνώριση φωνής, αναγνώριση ομιλίας
音楽院 おんがくいん
ουσιαστικό
- 01 ωδείο, μουσική ακαδημία, μουσική σχολή
音楽教室 おんがくきょうしつ
ουσιαστικό
- 01 χώρος όπου παραδίδονται μαθήματα μουσικής, μουσικό μάθημα, μουσική σχολή
音楽界 おんがくかい
ουσιαστικό
- 01 μουσικός κόσμος, ο χώρος της μουσικής
音韻 おんいん
ουσιαστικό
- 01 φώνημα
- 02 φωνή, τονική χροιά, ηχόχρωμα
- 03 αρχικό και τελικό σύμφωνο (στη δομή της κινεζικής συλλαβής)
音圧 おんあつ
ουσιαστικό
- 01 ηχητική πίεση, ακουστική πίεση
音声ファイル おんせいファイル
ουσιαστικό
- 01 αρχείο ήχου
音楽業界 おんがくぎょうかい
ουσιαστικό
- 01 μουσική βιομηχανία, μουσική αγορά
音楽史 おんがくし
ουσιαστικό
- 01 ιστορία της μουσικής
音楽に合わせて踊る おんがくにあわせておどる
άλλο, ρήμα
- 01 χορεύω στον ρυθμό της μουσικής
音割れ おとわれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψαλίδισμα (του ήχου), αποκοπή ηχητικού σήματος
- 02 φωνηεντική ρήξη, σπάσιμο φωνήεντος
音読み おんよみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ονγιόμι, η κινεζικής προέλευσης ανάγνωση ενός κάντζι